Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015




Τα σκάγια των άλλων - Κείμενο της Ειρήνης Παραδεισανού





photo © Αλέξιος Μάινας
photo © Αλέξιος Μάινας
Με ρώτησε το κορίτσι που τα χέρια του χαράκωνε γιατί είχε έμπνευση.
"Γελάς συνέχεια. Το πρόσωπό σου με τρομάζει. Αυτό το γέλιο μοιάζει μάσκα".
Κι απάντησα.
"Το χαμόγελο το έδωσε ο Θεός σ' εμάς τους θνητούς για να 'χουμε μια ασπίδα στα σκάγια των άλλων".
"Ποια είναι τα σκάγια των άλλων;"
"Νόμιζα πως θα ρώταγες "Ποιοι είναι οι άλλοι". Τα σκάγια είναι τα λόγια τους".
"Κι όταν εσύ γίνεσαι άλλος; Όταν τα λόγια σου γίνονται σκάγια;"
"Τότε το γέλιο είναι γεμάτο απ' αυτά τα σκάγια. Και είναι ανάγκη να γελάσεις. Αν το αφήσεις μέσα σου, το γέλιο θα γίνει υγρό που λιμνάζει".
"Νομίζω πως έχω μπόλικο από αυτό μέσα μου".
"Γέλα λοιπόν. Τι περιμένεις;"
"Φοβάμαι πως το γέλιο μου θα είναι ψεύτικο".
"Υπάρχει λοιπόν και γέλιο που να μην είναι ψεύτικο;"
"Σου έχει συμβεί ποτέ το γέλιο σου να μοιάζει κλάμα; Να γελάς και τα σκάγια να στέκονται αντίκρυ σου και να σε φτύνουν; Να σου λένε: "Θαρρείς πως μας έφτυσες και τώρα γλύτωσες; Αν σου βαστά, άνοιξε τα μάτια". "Μα τα 'χω ανοιχτά!" Ουρλιάζεις μ' αγωνία. Κι αυτά σε κοιτάνε με γνήσια λύπηση και κουνάνε τον δείχτη κουρασμένα. "Καημένε. Τίποτα δεν κατάλαβες. Τα μάτια σου τα καλύπτει το αίμα. Δες τα". Μη μου λες λοιπόν πως το γέλιο λυτρώνει. Εγώ άλλο δεν κάνω από το να γελώ. Γελώ για να μην χρειαστεί να χαράξω τα χέρια μου με το λεπίδι".
"Και τα καταφέρνεις;"
Μου δείχνει τα χέρια της. Γεμάτα σχέδια γεωμετρικά από αδιόρατες χαρακιές. Με καρφώνει με το βλέμμα της και την ίδια στιγμή κοιτάει αλλού. Νομίζω μέσα της.
"Είμαι τόσο κουρασμένη. Το μόνο που θα΄θελα είναι να αποκοιμηθώ. Να μην έχω βάρος. Να μη χρειάζεται πια να μιλώ. Να είμαι διάφανη όπως το φως, οργισμένη όπως το κύμα, μα να μη με βαραίνει αυτή η οργή. Να μη χρειάζεται να την ξορκίσω χαράσσοντας τα χέρια μου. Τα λόγια μου τώρα δε γίνονται σκάγια;"
"Τα νιώθεις σκάγια;"
"Εσύ δεν το βλέπεις;"
"Εγώ είμαι μια άλλη. Και δεν έχει χρειαστεί να χαράξω τα χέρια μου".
"Τι σε κρατά νηφάλια;"
"Τα όνειρά μου. Τα ζω έντονα. Και τα σκάγια φεύγουν για λίγο από μέσα μου και γίνονται αέρας, διάφανη σκόνη. Με κοιτούν με συμπόνοια".
"Πώς καταφέρνεις και θυμάσαι τα όνειρά σου;"
"Δεν τα καταφέρνω πάντα. Μα είναι φορές που τα όνειρα γίνονται εχθροί. Δένουν τα μάτια μου σε ένα σκαρί γυμνό σε λίμνη ατάραχη. Και το ουρλιαχτό δε βγαίνει. Και τα χέρια μου κρέμονται άψυχα. Και νιώθω πως κάπως έτσι είναι ο θάνατος.. Γι' αυτό σου λέω. .ίσως εσύ να είσαι τυχερή που δεν τα θυμάσαι".
"Πώς το ξέρεις πως δεν τα θυμάμαι;"
"Το υπέθεσα."
"Κάνω προσπάθεια να τα ξεριζώσω από μέσα μου. Δεν αντέχω άλλο να βλέπω όνειρα".
"Υπάρχει κάτι που αντέχεις; "
Με κοίταξε ώρα πολλή.
"Αντέχω τώρα που σε κοιτώ για ώρα κι εσύ δε στρέφεις αλλού το βλέμμα. Ξέρεις πολλούς να το κάνουν αυτό;"
"Τι εννοείς;"
"Ξέρεις πολλούς να μπορούν να καρφώσουν το βλέμμα τους στο βλέμμα του άλλου;"
"Εσύ πώς είσαι σίγουρη πως αυτό που βλέπεις είναι πράγματι το βλέμμα μου; Μπορεί να έχω τη δύναμη να γυρίζω το βλέμμα μου μέσα μου και να μη βλέπεις τίποτε αληθινό εσύ τώρα. Να βλέπεις ένα παραπέτασμα".
"Γιατί το κάνεις αυτό;"
"Ποιο;"
"Γιατί δε μ' αφήνεις να σε κοιτάξω;"
"Ποιος σου είπε πως δε σ' αφήνω;"
"Εσύ, μόλις τώρα."
"Πώς είσαι σίγουρη ότι δε λέω ψέματα, ότι δε σε δοκιμάζω να δω πόση εμπιστοσύνη έχεις στην αλήθεια του δικού σου βλέμματος;"
"Θέλεις να πεις πως, αν πιστέψω, θα σε δω;"
"Δεν υπάρχει τίποτα να δεις".
Κατεβάζει τα μάτια και αρχίζει να γελάει δαιμονισμένα.
"Τώρα κατάλαβα τι εννοούσες πριν, όταν μίλαγες για τα λόγια των άλλων που γίνονται σκάγια. Αισθάνθηκα πως, αν δε γέλαγα τώρα, θα πόναγα πολύ μέσα μου".
"Είναι τόσο δύσκολο σ' έναν θνητό να γίνει πραγματικά καλός. Να μιλήσει με λόγια που δεν έχουνε σκάγια, ν' ακουμπήσει με αγάπη, δίχως αντάλλαγμα το βλέμμα του άλλου.Φταίει, νομίζω, ο φόβος. Τον άγγιξε την πρώτη εκείνη στιγμή που πέθανε ο πρώτος άνθρωπος και είδε τον πόνο στα μάτια του."
"Δεν οδηγούν πουθενά τα λόγια αυτά. Ας μη μιλάμε άλλο. Μονάχα να είχα τον τρόπο να σε κοιτάξω και να ήμουν σίγουρη πως αυτό που βλέπω είσαι εσύ".
"Ναι. Μακάρι να γινόταν. Μα αυτή είναι η προίκα μας. Αυτή η αβεβαιότητα. Μονάχα τα μωρά δεν την έχουν. Γι' αυτό μου αρέσει να βυθίζω το βλέμμα μου στο βλέμμα ενός μωρού. Με τυλίγει με την αθωότητά του και για λίγο ξεχνώ το βάρος της ζωής".
"Δεν έπρεπε να σου μιλήσω ποτέ. Με μπερδεύουν τα λόγια σου".
"Ενώ τα είχες τόσο ξεκάθαρα τακτοποιήσει μέσα σου ε; Γελούσες όποτε πονούσες λίγο κι όταν το γέλιο δεν ήταν αρκετό, έπαιρνες το ξυράφι".
"Τουλάχιστον εγώ δε γελώ τον εαυτό μου. Ο πόνος που γύρω μου βλέπω είναι τόσο ορατός μέσα μου. Μου κλέβει το βλέμμα, το καρφώνει στα πετράδια που βλέπω στην άμμο. Και δε θέλω να κλείσω τα μάτια μου πια. Κοιτώ τη θάλασσα και βλέπω τα πουλιά που μισέψαν. Βλέπω τα κύματα που σπάνε μέσα μου.Κι έρχεται μετά η αρμύρα της κι εισβάλλει στα ρουθούνια μου σα θύελλα. Θέλω να χάσω τις αισθήσεις μου τότε, γιατί η σάρκα μου ποθεί ολάκερη τη θάλασσα, μα το μόνο που παίρνει είναι η όψη της,ντυμένη σ' ασημένιο φως. Με πονάει αυτή η απόσταση ανάμεσα σ' αυτό που βλέπω με τα μάτια μου κι αυτό που γεύομαι. Γεύση στυφή στη γλώσσα η αρμύρα, να την κοιτάς με τα μάτια και να 'σαι καθηλωμένη στη θύμησή της. Τότε είναι που παίρνω το λεπίδι. Γιατί δεν αντέχω άλλο να μη νιώθω. Δεν αντέχω να αιωρούμαι αιχμάλωτη ανάμεσα σ' αυτό που είμαι και σ' αυτό που θυμάμαι πως κάποτε υπήρξα. Έχω μνήμες από μια εποχή που οι αισθήσεις με ζάλιζαν γλυκά και αυτή η αιώρηση ήταν μονάχα δική μου. Όπως τότε που έκαιγα απ' τον πυρετό και αφηνόμουν στα χάδια της γιαγιά μου. Ένιωθα τους τοίχους του δωματίου να διαστέλλονται, το όνειρο να εισβάλλει στη ζωή. Αυτή η γλυκιά ζάλη των παιδικών μου χρόνων είναι μια μνήμη με αγκάθια. Πώς να ξεφύγω από τα βρόχια της;"
"Δεν έχω απάντηση. Το μόνο που έχω είναι το βλέμμα μου γεμάτο αγάπη. Μονάχα αυτό έχω να σου δώσω. Η μόνη αληθινή μου δύναμη είναι η λαχτάρα μου να σε αγαπήσω. Δεν έχω απάντηση μέσα μου, κανείς δεν έχει".
Και το 'ξερα τότε πως της έδινα τη μόνη απάντηση που μπορεί ποτέ άνθρωπος να δώσει.

πρώτη δημοσίευση στο Βακχικόν
http://www.vakxikon.gr/%cf%84%ce%b1-%cf%83%ce%ba%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ac%ce%bb%ce%bb%cf%89%ce%bd-%ce%ba%ce%b5%ce%af%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ae%ce%bd%ce%b7/

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Κορνήλιος Καστοριάδης

" Αν ο Κρέων ήταν απλώς ένα τέρας, η Αντιγόνη δεν θα ήταν τραγωδία, αλλά έργο τρόμου και φρίκης. Η απόφασή του είναι πολιτική, βασίζεται σε εξαιρετικά στέρεους πολιτικούς λόγους. Αυτό που λέει ο Σοφοκλής στους Αθηναίους είναι ότι πολύ καλοί πολιτικοί λόγοι μπορούν να γίνουν πολύ κακοί αν είναι μόνο πολιτικοί, με τη στενή έννοια του όρου."

" Σε ό,τι με αφορά, θα συγκέντρωνα ευχαρίστως αυτές τις τέσσερις λέξεις ( θάρρος, επαγρύπνηση, αιδώς ,αισχύνη ) κάτω από τον όρο υπευθυνότητα. Χωρίς υπεύθυνους πολίτες,όχι μόνο για τον εαυτό τους ως ιδιώτες , αλλά κυρίως ως αλληλέγγυα μέλη της πολιτικής τους κοινότητας, ο δημόσιος χώρος γίνεται τυπικός, χάνει την ουσία του και εγκαταλείπεται στη διαφήμιση, στη φενάκη και στην πορνογραφία- μιας και αυτό είναι το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα στις δυτικές κοινωνίες. Έχουμε ασφαλώς τη νόμιμη ασφάλεια της ελευθερίας έκφρασης. Αλλά σε τι χρησιμεύει πραγματικά αυτή η ελευθερία;"

Κορνήλιος Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα ( τόμος Β' Η Πόλις και οι νόμοι, σεμινάρια 1983-1984 )
..
Το πρώτο απόσπασμα σχόλιο για όσους μπερδεύουν την επίφαση νομιμότητας με τη δικαιοσύνη.
Το δεύτερο απόσπασμα το αφιερώνω σε όλους εμάς που νομίζουμε πως κάνουμε επανάσταση με μια οθόνη και ένα πληκτρολόγιο.

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Ειρήνη Παραδεισανού, "Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα"




                  Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
                  που ανεβασμένος στην κορφή της τύψης μου
                  με δείχνει με το δάχτυλο
                  που του ’καψαν τα ηλεκτροφόρα σύρματα
                  εκεί στην Ειδομένη.

                  Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
                  που σπρώχνει τον αγκώνα μου να μην ενώσω τα χέρια με το σώμα.
                  Σε στάση προσευχής ίσως με ήθελε
                  να εκλιπαρώ τον Φοίβο.
                  Ίσως με ήθελε να σέρνω τη ματιά μου στους τυφλούς
                  να τους κουνώ τα χέρια
                  να παίρνω τα πλαστικά μέλη τους στη θέση της καρδιάς
                  στη θέση της καρδιάς να τα κολλήσω.

                  Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
                  που έζησε όσα άνθρωπος αντέχει
                  και στέκεται τώρα ασάλευτη εικόνα
                  στην οθόνη
                  και με καρφώνει με το μαύρο του ματιού
                  καθώς αφήνει το χέρι του ξένου
                  να του ράβει το στόμα.





Το ποίημα της Ειρήνης Παραδεισανού δημοσιεύεται για πρώτη φορά.

Στις εικόνες δύο σχέδια του Mahmoud Salameh
(Ο Mahmoud Salameh είναι πρόσφυγας από τη Συρία, ο οποίος πέρασε 17 μήνες σε κέντρο κράτησης στην Αυστραλία περιμένοντας να του δοθεί άσυλο).


πρώτη δημοσίευση στον φιλόξενο Ποιητικό Πυρήνα
http://ppirinas.blogspot.com/2015/12/blog-post_9.html?spref=fb

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

προσοχή στα σημεία στίξης

« Η Κ. είναι φοβερή μαθήτρια.»
« Δεν έχω την ίδια γνώμη.»
« Μα έχεις δει την εικόνα του γραπτού της; Άψογα γράμματα, χωρισμός σε ενότητες και παραγράφους, κανένα ορθογραφικό λάθος.»
« Μα η σκέψη της είναι επιφανειακή. Δεν εμβαθύνει.»
« Η σκέψη της;»
« Ναι . Η σκέψη της .»
« Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Τις δικές μου σημειώσεις πάντως τις μαθαίνει στην εντέλεια και γράφει άριστα στα διαγωνίσματα. Έχεις δει πώς χρησιμοποιεί τα σημεία στίξης;»
Την κοίταζα για ώρα. Αδυνατούσα να καταλάβω .
Κι έπειτα θυμήθηκα τον καθηγητή που μου δίδασκε έκθεση . Μόνιμη επωδός σε κάθε έκθεσή μου η παρατήρηση.
« Προσοχή στα σημεία στίξης !»

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

το λάθος

Νομίζω πως η μεγαλύτερη ζημιά όταν διδάσκεις λογοτεχνία γίνεται στην περίπτωση που νομίζεις ότι ξέρεις την απάντηση στην ερώτηση που έθεσες στα παιδιά. Στην περίπτωση δηλαδή που έχεις στο μυαλό σου μια μόνο αλήθεια, τη δική σου αλήθεια και κλείνεις τα μάτια στην αλήθεια που αυτά προσπαθούν να σου καταθέσουν. Και το χειρότερο ακόμη είναι όταν την "αλήθεια" αυτήν τη διάβασες σ' ένα βοήθημα, τη φωτοτύπησες και τους τη μοίρασες ,για να τη γράψουν στο διαγώνισμα. Σ΄ αυτήν την περίπτωση ,δεν είσαι πια δάσκαλος , είσαι απλός διεκπεραιωτής μιας υπόθεσης . Και η λογοτεχνία ξεψυχάει στα κόκκινα σημάδια που εσύ χαράσσεις στα νεανικά γραπτά.

Ποιητής : αυτός ο ξένος




Ο ξένος με το παράξενο όνομα “Χριστιανός” που πηγαίνει να τον φιλοξενήσει η οικογένεια του φίλου.

Η μοίρα του ξένου σέρνεται από τον φίλο”.

Όλοι τον χρησιμοποιούν μ΄εκείνο το τυραννισμένο πάθος που είναι προορισμένο για ειδικούς ανθρώπους κι ο ξένος με μια απελπισμένη καρτερία έγινε ο άνθρωπος κι ο τρομαχτικός εαυτός του καθενός.”

Ζουν απ ' αυτόν”.

Ο ξένος θα μπορούσε να είναι ο ποιητής με το βλέμμα του να καρφώνεται αμείλικτο στην όψη των ανθρώπων που στοιβάζονται γύρω του. Ο ποιητής που κουβαλά από παιδί την προίκα της ενόρασης ως μια βαθιά αναπηρία, ένα κεντρί που τον καρφώνει με τις ασθματικές ανάσες όλων των ανθρώπων που συναντά στο διάβα του.

Το δέρμα του ποιητή είναι διάφανο . Ο πόνος τον τρώει λίγο λίγο μέχρι που τον αφήνει δίχως σάρκα. Όλη του τη σάρκα τη βάζει στους στίχους του και την προσφέρει βορά στα αχόρταγα νύχια των ανθρώπων. Και πώς θα ζήσει δίχως σάρκα;

Τι ποταποί θα είστε αν δεν παραδέχεστε πόσο βαθειά με τι ελικρίνεια σας μοίρασα τη ζωή μου κι όλοι σας θα έχετε να αποκαλύψετε για μένα που σας μοίρασα ό,τι πιο ζωντανό κι ό,τι πιο βασανισμένο είχα.”

Το τέλος του ξένου είναι η τελετή όπου τον κατασπαράσσουν ζωντανό και οδηγείται στον θάνατο.

Και την ίδια ώρα που πεθαίνει, ο θεός της αγάπης σκύβει επάνω του πολύ αργά για να τον αντικρίσει.

Ήρθε.. Γύρνα δες”

Του φωνάζει η Τεγκνάντε η γυναίκα με την αισθησιακή καλοσύνη που λίγο πριν τον είχε οδηγήσει πρώτη στο τέλος.

...........

( σκόρπιες σκέψεις πάνω στον Γιατρό Ινεότη του Γιώργου Χειμωνά )




Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

βλέμμα

Υπάρχουν άνθρωποι που αχόρταγα κοιτούν στης αγωνίας τον γκρεμό κι άλλοι που στέκουν ήσυχοι με τα χέρια διπλωμένα στην ποδιά με μια καρτερία που μοιάζει θάνατος. Για κάποιον περίεργο λόγο, οι πρώτοι έχουν μάτια βαθιά. Καρφώνουν το βλέμμα τους μέσα στην πλανόδια γύμνια των ανθρώπων και προσμένουν. Οι δεύτεροι αποφεύγουν να κοιτάξουν ευθεία. Μονάχα πλάγια. Και τα μάτια τους είναι απλανή ,επίπεδα. Το βλέμμα σου γλιστρά πάνω στην επιφάνεια του δικού τους και χάνεται.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

17 Νοέμβρη 2015


Να ψάχνεις μια κουβέντα, για να αποστομώσεις τους κάθε λογής ηθικολόγους που η σκέψη τους ζέχνει αμοραλισμό, τους κάθε λογής κάλπηδες που έχουν πουλήσει την ψυχή τους στο διάβολο και τώρα με ύφος αγορεύουν και μολεύουν τη μέρα

και να μην σου' ρχεται τίποτα

Να νιώθεις μόνο μέσα σου το ίδιο ρίγος που ένιωσες την πρώτη πρώτη φορά που διάβασες αυτήν την ιστορία για μια χούφτα παιδιών που προτάξαν την τρέλα της νιότης τους στον παραλογισμό της βίας και χαμογελούσαν

κι είχαν στα μάτια τους σπίθες
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός
και νιώθαν πόσο βαθιά είχανε μέσα τους νικήσει το φόβο
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός και χαμογελούσαν
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός και χαμογελούσαν
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός και χαμογελούσαν
γιατί ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

περί απαισιοδοξίας

Περί απαισιοδοξίας
της Ειρήνης Παραδεισανού 

                                  Πεισιθανάτια εμμονή θα την πουν οι προφέσορες της  ποίησης
                                     με το δάχτυλο το υψωμένο σε επίπληξη...
                               

Θυμάμαι σε μια έκθεσή μου στο Δημοτικό, με ηδονή που τότε δεν ήξερα να της δώσω όνομα, έγραψα μια ιστορία για ένα πλοίο που ναυάγησε στο πέλαγος και όλοι οι επιβάτες πνίγηκαν.

«Γράφεις όμορφα Ειρήνη. Μα μην είσαι τόσο απαισιόδοξη».
 Η παρατήρηση της δασκάλας.

Έμεινα με το παράπονο.

Από τότε, τα χρόνια πέρασαν και αυτήν την παραίνεση την ακούω συχνά.
Να σκέφτομαι θετικά, να βλέπω την όμορφη όψη των πραγμάτων, να σταματήσω επιτέλους να διαμαρτύρομαι. Να καθίσω στ' αβγά μου. Τα κλούβια αβγά που μου έβαλαν μπροστά μου από τότε που συνειδητοποίησα το βάρος της ύπαρξης και με έπεισαν πως αν φωνάξω θα σπάσουν. Κι αν σπάσουν, το φταίξιμο θα είναι δικό μου. Το φταίξιμο δικό μου για την αποφορά του μάταιου που από τότε οσμιζόμουν κι ένιωθα να με πνίγει.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι προσπάθησα να σωπάσω, να πνίξω μέσα μου τη φωνούλα που μου ψιθύριζε πως όλα πάνε κατά διαόλου. Να κάνω πως δεν ακούω αυτά που δε λέγανε οι άλλοι.

Όπως τα λόγια της θείας μου στην κηδεία της γιαγιάς μου την οποία λάτρευα.

«Τελικά όσο κακός και να είναι ο άλλος , σου λείπει όταν πεθάνει».

Κι εγώ είχα πειστεί πως η σιωπή είναι όπλο. Και δε μίλησα. Έστησα , όπως κάθε φορά, μέσα μου, ένα ατέλειωτο δικαστήριο με τη θεία μου στο ρόλο του κατήγορου, τη νεκρή γιαγιά μου στο ρόλο του κατηγορούμενου κι εγώ η συνήγορος υπεράσπισης.

«Αυτό που εσύ λες κακία με τη μικρονοϊκή σκέψη σου είναι περηφάνια και αξιοπρέπεια κι ευθιξία και λεβεντιά. Αυτό που εσύ λες γκρίνια είναι δίψα για αλήθεια και ομορφιά».

Τότε δεν ήξερα πως προετοιμαζόμουνα για τη μεγάλη βουτιά στην ποίηση.

Κι όταν βυθιζόμουν στα λόγια των άλλων, ψάχνοντας κάτι που θα απαλύνει μέσα μου την αίσθηση ότι όλα είναι εχθρικά και ξένα, δεν ένιωθα πως αποζητούσα ένα σκαρί που θα με ανεβάσει στην επιφάνεια.

Πνιγόμουν μα δεν το ένιωθα τότε. Το λέω τώρα.

Γιατί μοίρα του ανθρώπου που γεννιέται με την επίγνωση του μάταιου είναι να κουβαλά μέσα του ένα βάρος. Κι αυτό δεν είναι εύκολο να το διαχειριστεί χωρίς τον κίνδυνο πνιγμού. Δε λέω θανάτου.

Θα' θελα λοιπόν να πω στην αγαπημένη μου δασκάλα πως η απαισιοδοξία δεν είναι κάτι που επιλέγεις. Είναι η ιερή μελαγχολία που τόσο όμορφα είχε ορίσει ο Ντοστογιέφσκι στους Δαιμονισμένους του. Αυτή που «άπαξ και τη νιώσουν οι εκλεκτοί δε θα την ανταλλάξουν ποτέ με την εύκολη ικανοποίηση». Το ίδιο βάρος βρήκα στον Γιώργο Χειμωνά, στη Σύλβια Πλαθ, στον Αλμπέρ Καμύ, στον Κώστα Καρυωτάκη.

Το βάρος του ανθρώπου που κοιτάει το χείλος του γκρεμού που χάσκει μέσα του και νιώθει πως αυτή η ηδονή του ιλίγγου του δίνει αίμα και τον σπρώχνει να συνεχίσει να είναι άνθρωπος ικανός να νιώσει το βουητό μέσα του.

Ο ποιητής, λοιπόν, που ακούει να τον μέμφονται για πεισιθανάτια εμμονή κι απαισιοδοξία στα γραπτά του, νιώθει σαν το παιδί που γράφει στην έκθεσή του τον πόνο του για όσα γύρω του μαραίνονται και λιώνουν και η δασκάλα του σβήνει με κόκκινο τα λάθη του και του υποδεικνύει.

«Μάθε να μην πονάς με τον πόνο του άλλου. Βρες τη συνταγή της απάθειας. Χαμογέλα!»

πρώτη δημοσίευση στη Θράκα

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

για το μάθημα της λογοτεχνίας

Λογοτεχνία Γ' Λυκείου έχω διδάξει μία μονάχα φορά, πριν από τρία χρόνια.
Το πρώτο στοίχημα ήταν να καταφέρω τα παιδιά να με κοιτάξουν. Κι εννοώ να προσηλώσουν το βλέμμα της ψυχής τους πάνω μου. Για δυο ώρες την εβδομάδα, να προσπαθήσουν να ξεχάσουν πως είναι άλογα σε κούρσα με το βλέμμα προσηλωμένο στο τέρμα.
Το δεύτερο στοίχημα ήταν να τα πείσω να πάρουν αυτές τις δυο ώρες στα σοβαρά.
Όποιος έχει διδάξει μάθημα γενικής παιδείας στην Τρίτη Λυκείου, γνωρίζει πως αυτό είναι και το μεγαλύτερο εμπόδιο. Αυτό το βλέμμα στα μάτια των παιδιών που σου πετάει κατάμουτρα. “ Είμαι εδώ μονάχα για να μην πάρω απουσία. Το μυαλό μου όμως και η ψυχή μου είναι αλλού. Είναι στο διαγώνισμα που γράφω το απόγευμα, στις ασκήσεις των μαθηματικών που δεν πρόλαβα να λύσω, στον χρόνο που περνάει κι εγώ την ύλη δεν την έχω βγάλει. Στον στόχο, στον αναθεματισμένο στόχο .”
Μόνο μου όπλο σ' αυτήν την άνιση μάχη ήταν η αγάπη.
Ο έρωτας για τη γλώσσα της λογοτεχνίας , γι' αυτά τα κείμενα που θάψανε σ' ενα βιβλίο και μου ζητούσαν με αγωνία να τα ζωντανέψω.
Μα και η αγάπη μου για αυτά τα παιδιά που είχα απέναντι. Ακόμη κι όταν στην αρχή μου δείχνανε ξεκάθαρα την έχθρα τους με το βλέμμα τους , με τα λόγια τους, με τη στάση του σώματός τους όπως απλώνανε στο θρανίο την κούρασή τους.
Και μιλώ για κούραση ψυχική. Ένα βλέμμα που έλεγε: “ Τι έχει να μας πεις κι εσύ; Τα έχουμε δει όλα, έτσι κι αλλιώς.”
Στην αρχή με πήρανε για μια γεροπαράξενη που έχει αυτό το βίτσιο. Να παθιάζεται με τα κείμενα.
Δεν τους άφησα περιθώρια έτσι κι αλλιώς να αντιδράσουν με πιο ακραίους τρόπους.
Κατάφερα – όπως το λένε- να σταθώ στην τάξη.
Όσο περνούσε ο καιρός ,όμως, είδα κάποια βλέμματα να αλλάζουν.
Εργασίες για το σπίτι δεν τους έβαζα. Είχα μονάχα μια απαίτηση. Να συμμετέχουν όσο μπορούσαν σ' αυτό που συζητούσαμε στην τάξη.
Και όποιο κείμενο και να επέλεγα , οι συζητήσεις μας στρέφονταν γύρω από έννοιες όπως η ιδεολογική κρίση, η άνοδος του φασισμού, η ανάγκη όλων των ανθρώπων για ελευθερία και σεβασμό και αγάπη. Μιλήσαμε ανοιχτά για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, για την αναβίωση της ναζιστικής ιδεολογίας σε όλην την Ευρώπη.
“ Μα επίτηδες το κάνετε κυρία;” Με ρώτησε ένας μαθητής.
“Όχι” , του απάντησα “ Απλά το βιβλίο σας επιλέγει κείμενα από την μεταπολεμική λογοτεχνία. Και η καταδίκη του ναζισμού και του πολέμου που αυτός προκάλεσε ήταν στην ψυχή των ανθρώπων που έγραφαν τότε .”
..
Μαθαίνω πως το μάθημα το συρρίκνωσαν. Αφαίρεσαν τη μία ώρα . Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο εκεί. Δεν είναι μόνο στην απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών . Είναι στη λογική του μπακάλικου που διατρέχει τη φιλοσοφία με την οποία γίνονται τα πάντα στην εκπαίδευση. Και όποιος πασχίζει αυτές οι ώρες μέσα στην τάξη να αφήσουν κάποιο αποτύπωμα νιώθει πως είναι απόλυτα μόνος σ' αυτόν τον αγώνα.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

...

Ένα λιγνό παιδάκι πρώτης Γυμνασίου με μάτια έξυπνα μα σαν χαμένο.
Διαβάζω τα ονόματα την πρώτη μέρα και πετάγεται.
" Κυρία ,εμένα με λένε Αλέξανδρο!"
Κοιτάζω την κατάσταση και βλέπω ένα αλβανικό επίθετο και δίπλα το όνομα Αλέξανδρος γραμμένο με το χέρι.
Το αληθινό του όνομα στην κατάσταση άλλο.
..
Σήμερα διδάσκω αρχαία ελληνικά στο τμήμα του. Ξέρει πως είμαι προσωρινά εκεί. Έχω πάρει απόσπαση σε άλλο σχολείο και από μέρα σε μέρα φεύγω. Με κοιτάει με μάτια αθώα . Και για μια ακόμη φορά πετάγεται.
" Κυρία, μη φύγετε.."
Την επόμενη ώρα διδάσκω στο Β4 λογοτεχνία. Μιλάμε για τα εγκλήματα του ναζισμού στην Ελλάδα. Τους μιλάω για την σκηνή από την ταινία " Η εκλογή της Σόφι". Εκεί που η μάνα είναι αναγκασμένη να επιλέξει ανάμεσα στα δυο παιδιά της στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Τα μάτια τους καρφωμένα πάνω μου. Αθώα μάτια. Τη βρωμιά της ζωής δεν την έχουν ακόμη γνωρίσει. Βλέπω τη σπίθα μέσα τους.
Το Γυμνάσιο σε μια από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές του Ηρακλείου. Στεγάζει δυο κόσμους . Από τη μια τα παιδιά στο όριο της φτώχειας. Κι από την άλλη τα χορτάτα, καλοζωισμένα παιδιά. Το βλέπεις στα πρόσωπά τους, στα ρούχα τους, στις κινήσεις τους. Κάποιες φορές και στα λόγια τους. Δεν ξέρουν τι σημαίνει ζόρι.
Κάθε χρόνο το χάσμα μεγαλώνει ακόμη πιο πολύ.
Αν για κάτι είμαι σίγουρη πάντως , μετά από δώδεκα χρόνια στα δημόσια σχολεία, είναι πως είμαστε μόνοι μας. Παντελώς αβοήθητοι. Εμείς και τα παιδικά μάτια των μαθητών μας. Στήριξη δεν υπάρχει από πουθενά. Μονάχα εμπόδια.
Μα υπάρχει κάτι που με κάνει και συνεχίζω με το ίδιο πάθος.
Είναι εκείνο το στοίχημα που βάζω κάθε χρόνο με τον εαυτό μου, να μην ξεχάσω και ξεχαστώ. Να καταφέρω να αποδείξω σ' αυτά τα ζευγάρια μάτια που έχω απέναντί μου, πως δεν έχω πεθάνει ακόμη μέσα μου. Πως είμαι ζωντανή και πάλλομαι από αγάπη για αυτό που επιχειρώ να τους μεταγγίσω, είτε είναι ο θυμός του Αχιλλέα είτε η σύνταξη του απαρεμφάτου.
Και νιώθω πως τα παιδιά το χαίρονται αυτό. Γιατί θέλουν δίπλα τους ανθρώπους με πάθος κι όχι πεθαμένα σερνάμενα ανθρωπάκια. Και στο ανταποδίδουν.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

ενοχικό καρφί

Πόσο εύκολο είναι να ζεις με το ενοχικό καρφί στο στέρνο ότι εσένα η καμπή της ιστορίας σε ευνόησε, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους ανθρώπους που βλέπεις καθημερινά σε οθόνες να δέχονται τη βία του αστυνομικού ή τα ρατσιστικά σχόλια των αδαών ή τα κροκοδείλια δάκρυα των υπολοίπων , να γίνονται θέαμα , αντικείμενο καπηλείας από τους κάθε λογής επαγγελματίες φιλάνθρωπους της οθόνης, να σέρνονται τα μάτια των παιδιών τους ορθάνοιχτα πάνω σου, να προσπαθείς να τα προσπεράσεις μα να φυτεύονται μέσα σου και να μην μπορείς πια να κοιτάξεις τα μάτια του παιδιού σου δίχως συντριβή.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Παραδεισανού Ειρήνη, Ρητορική ένδεια, Vakxikon.gr 2013, 
γράφει ο Γιώργος Λίλλης
Θα σας προσφέρω τη δίψα μου

Θα τη στραγγίξω σε κανάτι διάφανο

Και θα προσμένω τα χορτάτα λαρύγγια σας

Να’  ρθουν να καμωθούν πως τα’ γγιξε η δίψα


Θα σας προσφέρω τη λύπη μου

Θα τη στερνιάσω σε χωμάτινο σινί

Και θα προσμένω τα δάκρυα του πόνου σας

Έτσι ως θα καμώνεστε τους πένητες


Θα σας προσφέρω τους στίχους μου

Εγώ ο μόνος

Ο στερημένος από νότες ουρανού

Εγώ που μ’ άγγιξε  η λάβα του κενού

Μου τσουρούφλισε το νου

Κι από τότε σέρνω τα βήματά μου και τρεκλίζω

Σε τούτη τη γη που με διώχνει


Παραθέτοντας το παραπάνω απόσπασμα από την πρώτη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Παραδεισανού, θέλω να δείξω με τον πιο έμπρακτο τρόπο, δηλαδή αφήνοντας την ίδια την ποίηση να μιλήσει, πώς η ποιήτρια εισχωρεί στον χώρο των γραμμάτων  με τον πιο ελπιδοφόρο τρόπο. Διαβάζοντας την Ρητορική ένδεια, διέκρινα ένα πηγαίο ταλέντο, μια φωνή που ξέρει να μεταφράζει σε λέξεις τα αισθήματα. Η ποίηση δεν χρειάζεται ρητορικά σχήματα. Χρειάζεται ελεύθερο βλέμμα, τόλμη και σαφήνεια σε σχέση με τα αισθήματα που καλλιεργούνται μέσα μας, αλλά σπάνια έχουμε το θάρρος να φέρνουμε στο φως. Θα έλεγα πως σε όλο το βιβλίο υπάρχει ένας έντονος πόθος για αναζήτηση της αλήθειας πέρα από τα καθιερωμένα πρότυπα. Η Παραδεισάνου ξεδιπλώνει τον εσωτερικό της κόσμο, μοιράζεται τις ανησυχίες, τους φόβους και τα αδιέξοδα, όσο και επώδυνο να είναι αυτό. Πότε γίνεται όμως αυτό ποίηση; Μα φυσικά όταν υπάρχει ως βάση μια ευαίσθητη ψυχή που έχει την τόλμη να μιλήσει αληθινά, μια ψυχή που βίωσε την ποίηση όχι ως τρόπο γραφής, η καλλιτεχνικής ταυτότητας, αλλά σαν ένα βαθύτερο αίσθημα δύναμης που βοηθά να φτάσουμε στα όρια και να τα ξεπεράσουμε, ανακαλύπτοντας τις μέσα μας δυνάμεις:

Κι λούφαζε στο χάρτινο βασίλειο

Και γίνανε τα λόγια των τριγύρω του θηλιά

Κι οι άνεμοι του πλέξανε στεφάνι αδιαπέραστο

Στων άλλων τη βοή

Στων άλλων την ολότελα άγνωστη

Μα τόσο αγαπημένη –αλήθεια- γλώσσα. 

Η αυτογνωσία οδηγεί στην συνειδητοποίηση του κενού, το μάταιο των πράξεων. Εδώ ακριβώς όμως η ποιήτρια μεταμορφώνεται σε δραματουργό που επιδιώκει παρά το σθεναρό βάρος των καιρών να επενδύσει στο σταθερό χώρο του ρεαλισμού παίζοντας με τις λέξεις το παιχνίδι της ειρωνείας. Ο αυτοσαρκασμός προδίδει την συναίσθηση της πτώσης, της ρήξης του ανθρώπινου στην ευτέλεια.   Η Ειρήνη Παραδεισανού δείχνει να κατέχει το υλικό της, δοκιμάζει τον ήχο των λέξεων με ένα μορφικά ιδιαίτερο τρόπο που δημιουργεί μια ρυθμική τονικότητα απαραίτητη στο ποιητικό της τέχνασμα, όπου συντελείται έτσι η κορύφωση στιγμών και σκέψεων τις οποίες επιθυμεί να ξεχωρίσουν και άλλοτε με πιο ήπιο τόνο ενσωματώνει στο στίχο το δραματικό στοιχείο που μας προωθεί να συλλογιστούμε την παρούσα στιγμή ως δική μας. Βιωματική ποιήτρια, οριοθετεί το γλωσσικό της χώρο και εντάσσεται υπερασπίστρια της ουσίας της τέχνης της χωρίς την επιδίωξη εντυπωσιασμών και επιφανειακών μεθόδων προβολής. Ποίηση ουσιαστική, αντανάκλαση της αγωνίας της να μεταφέρει ακέραια το αίσθημα ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε στον ιδιαίτερο κόσμο που στεγάζεται η ποιητική της ιδιοσυγκρασία:

Θα’ ρθει καιρός που όλα θα φαντάζουν ίσια

Μια τέλεια ευθεία

Δίχως καμιά καμπή, χάσμα ή καμπύλη.

Η σκόνη θα σωρεύεται αθόρυβα πολύ στις εσοχές

Κι εσύ θα είσαι εκτός

Μόνιμα εκτός

Με τη λύπη

πνιγμένη απ’ το βρόχο της σιωπής της

να καθρεπτίζει στα θολά τα μάτια σου

την αρυτίδωτη όψη της.

Κοπέλα νωρίς που γέρασε  εντός της

με μαλάματα ποικίλα

το πορσελάνινο δέρμα της χρίζει

κι είναι νωρίς για να το δει

κι είναι αργά για να το νιώσει.


Γι’ αυτούς που αλώθηκαν

ο χρόνος αξία δεν έχει.
πρώτη δημοσίευση στην Θράκα.

γιαγιά Σοφία

Χθες αποχαιρετήσαμε τη γιαγιά Σοφία.

Ήταν η γιαγιά του συντρόφου μου στη ζωή. Μα ένιωθα ,στον τρόπο που με κοιτούσε, στον τρόπο που με αγκάλιαζε, στα λόγια της ,πως δε με ξεχώριζε από τα εγγόνια της, σαν να μοιραζόμασταν το ίδιο αίμα.

Έζησε πάνω από εκατό χρόνια. Δεν ήξερε και η ίδια πόσα. Δεν έχει σημασία τώρα πια.

Σημασία έχει πως ακτινοβολούσε ολόκληρη το πιο σπάνιο φως. Το φως της αγάπης.
Μιας αγάπης όμως που έκρυβε μέσα της απίστευτη δύναμη.

Το έβλεπες στον τρόπο που στεκόταν - λαμπάδα το κορμί της μέχρι το τέλος. Στον τρόπο που σε κοίταζε. Το βλέμμα της έμεινε καθαρό απ' όλη τη βρωμιά μιας ζωής που επέμενε να την ραπίζει .

'Εζησε στο πετσί της όλη τη σκληρότητα ιστορικών στιγμών που περνούν και παίρνουν στο διάβα τους τις ζωές των ανθρώπων, αδιαφορώντας για τον πόνο τους .

Έζησε δυο πολέμους- ο ένας της στέρησε τον άντρα της - τη βασανιστική φτώχεια, τη στέρηση, την αδικία που τα θηλυκά ως αδύναμα μέρη υπέμεναν σε μια ασφυκτικά κλειστή κοινωνία ,όπως ήταν αυτή στα ορεινά χωριά της Κρήτης.

Η γιαγιά Σοφία όμως ήταν φτιαγμένη από στέρεα υλικά.

Τη διεισδυτική ματιά της ευφυίας, ακάματη ενεργητικότητα, ανθεκτικότητα στις δυσκολίες , δυναμισμό, αστείρευτο πείσμα, εντιμότητα κι ευθύτητα. Μα πάνω απ' όλα ,αυτήν τη μαγική ικανότητά της να σε κοιτάει με μάτια γεμάτα πίστη και να σου λέει την αλήθεια όσο ζόρικη κι αν ήταν αυτή.

Αυτή της η ανάγκη να στέκεται αγέρωχη ,ως γνήσια Κρητικιά ,απέναντι σε όποιον προσπαθούσε να την εκμεταλλευτεί , την έκανε να περάσει δύσκολα, να αναγκαστεί να δουλεύει σαν άντρας στα χωράφια για ένα πιάτο φαγητό για τα παιδιά της. Μα δεν καταδέχτηκε ούτε να κλάψει ,ούτε να δείξει την αδυναμία της μπροστά σε ένα ολόκληρο χωριό που την έβλεπε με δέος αλλά και με φθόνο. Με φθόνο γιατί ξεχώριζε. Αρνούνταν να παίξει τον ρόλο του αδύναμου θηλυκού που αναζητούσε προστάτη. Σε όλη της της ζωή ορθώθηκε πεισματάρα και περήφανη απέναντι στην κουτοπονηριά ,τις απάτες , το φθόνο, με μόνο όπλο αυτό που η ίδια είχε άφθονο μέσα της. Τον έρωτα για τη ζωή και το μεράκι που έβαζε σε ό, τι κι αν έκανε, είτε ήταν τα βιβλία που διάβαζε, είτε οι δουλειές του σπιτιού που μέχρι τα εκατό της χρόνια έκανε μόνη της , είτε τα υφαντά, τα πλεχτά , τα έργα των χεριών της.

Τελευταία φορά την είδα μια βδομάδα πριν πεθάνει.

Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα λευκά της μαλλιά στεφάνι γύρω από το αποστεωμένο πρόσωπο. Μου κρατούσε για ώρα σφιχτά το χέρι, με κοίταζε μ' αυτά τα μάτια της που στάζαν γλύκα και δύναμη και μίλαγε. Έδινε ευχές που εναλλάσσονταν με υπέροχα ταιριασμένες μαντινάδες.

Αυτή η γυναίκα , τα 105 της χρόνια , έχοντας ζήσει μια ζωή που θυμίζει παραμύθι γεμάτο δράκους και θεριά, αποχαιρετούσε αυτήν τη ζωή δίχως καμιά απολύτως μνησικακία , χωρίς θυμό και αγανάκτηση για όσα της στέρησε.

Αποχαιρετούσε το δώρο που της δόθηκε μονάχα με ευγνωμοσύνη και αστείρευτη αγάπη.

" Θέλει ζόρι ο χορός". Μου είχε πει πριν χρόνια.

Τα κράτησα από τότε αυτά τα λόγια.

Ποτέ δε φοβήθηκε η γιαγιά να χορέψει.
Γιατί ήταν πάνω απ' όλα γενναία.
Και μεγαλύτερη γενναιότητα απ' την πίστη στη δύναμη της αγάπης για την ίδια τη ζωή δεν υπάρχει.

σκασμός

Δεν έχω κανένα πολιτικό σχόλιο να κάνω. Δεν υπάρχει και λόγος εξάλλου. Οι μάσκες έπεσαν επιτέλους και όλα είναι διάφανα για όποιον έχει μάτια να δει.

Το μόνο που θα πω είναι πως, για μια ακόμη φορά, αυτοί που θα είχαν κάθε δικαίωμα να μιλήσουν σωπαίνουν.

Αυτοί που σωπαίνουν - όχι από δειλία αλλά από τη συναίσθηση του μάταιου - είναι οι δικοί μου ήρωες.

Είναι αυτοί που με το χαμόγελο στα χείλη , με άδειο πορτοφόλι κι έναν φόβο να τους σφίγγει το στομάχι, πήγαν στις κάλπες εκείνη την Κυριακή - που τώρα φαντάζει τόσο μακρινή - και σταύρωσαν το ΟΧΙ.

Νιώθοντας βαθιά μέσα τους για μια ακόμη φορά πως θα νικηθούν απ' τα θεριά.

Και τώρα συνεχίζουν να χαμογελούν.
Συνεχίζουν να μάχονται και να ελπίζουν.
Σφίγγουν τα δόντια και παλεύουν για την επιβίωση .
Σφίγγουν τα δόντια κι επιμένουν να είναι ακέραιοι και μόνοι σ΄έναν κόσμο ψευτιάς και αλητείας.

Και δεν τρέφουν καμιά μνησικακία σε όλους τους χορτάτους που τους κουνάν το δάχτυλο.
Δεν καταδέχονται να γκρινιάξουν, να μιζεριάσουν, να υψώσουν το δάχτυλο.
Συνεχίζουν να κάνουν το μόνο που ξέρουν.
Να δίνουν την ψυχή τους με μεράκι σε αυτό που αγαπούν .
Πάντα άφραγκοι και και πάντα χαμογελαστοί.

Έναν τέτοιον άνθρωπο έχω δίπλα μου.

Και αυτός και μόνο είναι ο ήρωάς μου.

Γιατί
" Οι ήρωες περπατούν στα σκοτεινά".

Ποτέ άλλοτε δεν ένιωσα πόσο δίκιο είχε τότε ο Σεφέρης, όσο στις μέρες που πέρασαν. Ίσως γιατί οι συνθήκες μοιάζουν.

Κι έχω να πω κάτι στους λαλίστατους , είτε επαγγεματίες επαναστάτες είτε εθνοσωτήρες κόρακες.
Τι ΟΧΙ το δικό μας δε θα το καπηλευτείτε ούτε θα το μολύνετε με την εκ του ασφαλούς ρητορική σας.
Καλό θα ήταν λοιπόν να βγάλετε επιτέλους το σκασμό !

το αυγό του φιδιού

" Η Χ.Α είναι το μόνο κόμμα που εξακολουθεί να εκφράζει το περήφανο όχι της εθνικής αντίστασης των Ελλήνων."

Αυτά τα λόγια του Κασιδιάρη δεν είναι τυχαία. Απευθύνονται στο θυμικό όσων ανθρώπων βλέπουν τα πράγματα υπό τον παραμορφωτικό φακό του φανατισμού.

Και νιώθω πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλεί την Ελλάδα μα και ολόκληρη την Ευρώπη σήμερα είναι αυτός ακριβώς. Η άνοδος του φασισμού .

Η Αριστερά είναι το μόνο αντίβαρο σ' αυτήν την απειλή. Το μόνο. Και μιλώ για την ιδεολογία της Αριστεράς. Αυτήν που χτυπήθηκε ανελέητα από μια ομάδα σκιάχτρων που κρατούν στα χέρια τους την τύχη των λαών της Ευρώπης. Και τους βλέπω και χαμογελούν και μιλούν για ενότητα και αλληλεγγύη , ενώ το μόνο που τους νοιάζει είναι να σώσουν το τομάρι τους.
Είναι οι ίδιοι που μετά θα μιλούν με βδελυγμία για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα.

Κι εγώ το μόνο που σκέφτομαι είναι ο Καρλ ο ήρωας του Χάινριχ Μπελ που μαστόρευε ένα ποδηλατάκι για το μικρό γιο του στις όχθες του Ρήνου. Οι ρόδες του ήταν από τα πιάνα των τραπεζιτών της πόλης. Έμπαινε κρυφά στα σπίτια τους τη νύχτα και με ένα τσεκούρι τα κατέστρεφε.

« Για τρίτη φορά χτες τη νύχτα καταστράφηκε ένα πανάκριβο πιάνο με ουρά στο οποίο λένε πως έπαιξε και ο Μπετόβεν και πετάχτηκε στη φωτιά σαν καυσόξυλο».

" Τον καταλαβαίνω τον Καρλ. Ήθελε να πετύχει το χρυσάφι στην καρδιά ,αλλά το χρυσάφι δεν έχει καρδιά, είναι άτρωτο.»

«Εμείς οι πολιτικοί φτιάχνουμε το βούρκο και πέφτουμε μόνοι μας μέσα , για να μπορούν εκείνοι να βγαίνουν καθαροί. Και τους βλέπεις κομψούς στους πλειστηριασμούς , όταν προσπαθούν να σώσουν κάποια πολύτιμη σταύρωση, κειμήλια για την πατρίδα. Δε σκέφτονται το αίμα, τον ιδρώτα, τα σκατά απ’ όπου βγαίνουν τα λεφτά τους.»

το πρόσωπο του θεριού

Το δικό μου όχι ήταν απόλυτα συνειδητό. Ήταν το όχι στην υποκρισία, τη διγλωσσία και τον ξύλινο λόγο της πολιτικής. Ήταν η απαίτηση να πέσουν οι μάσκες και να μιλήσει η αθώα παιδική ματιά. Ήταν μια κραυγή που ζητούσε επιτακτικά να ακουστεί.
" Πολιτική είναι να ξερνάς."
Έλεγε ο Χάινριχ Μπελ.
Κι έρχεται μια χούφτα ανθρώπων που μιλούν μια γλώσσα ξένη στα τερτίπια των πολιτικών. Βάζουν στο στόμα τους λέξεις πεθαμένες από καιρό και μου ζητούν να τις αναστήσω με την ψήφο μου. Τη λέξη " δίκιο", τη λέξη " δημοκρατία" ,τη λέξη "ανθρωπιά". Έχω το δικαίωμα να κάνω τώρα πίσω από φόβο?
Η απάντηση είναι μια.
ΟΧΙ !!
..
Αυτά έγραφα κάποιες μέρες πριν. Και σήμερα, μετά από ένα πραξικόπημα από τους θεσμούς που εξανάγκασαν τον Έλληνα πρωθυπουργό να ταπεινωθεί και να χάσει επιτέλους αυτό το χαμόγελο που τους εξόργιζε, τα ίδια ξαναλέω.
Δεν αισθάνομαι παρά ένα μούδιασμα, μια αίσθηση ότι αυτό που ήθελα το πέτυχα. Η Ενωμένη Ευρώπη - που μόνο κατ΄ευφημισμόν είναι ενωμένη και Ευρώπη - έδειξε το αληθινό της πρόσωπο σε όλον τον κόσμο. Το πρόσωπο ενός θεριού που η μόνη λέξη που νιώθει είναι μία , το χρήμα.
Μακάρι να μπορούσα να νιώσω οργή, να διατρανώσω σε όλους τους τόνους πόσο προδωμένη αισθάνομαι..
Μα δεν μπορώ ..
Και ειλικρινά ζηλεύω αυτούς που εξακολουθούν να φωνάζουν.
Πάντα τους ζήλευα αυτούς τους ανθρώπους.. Ίσως γιατί εγώ δεν ήμουν ποτέ έτσι. Έτρωγα πρώτα τις σάρκες μου και μετά άπλωνα το χέρι να αναζητήσω ενόχους πέρα από μένα.
Έτσι και τώρα.
Δεν μπορώ να ρίξω το ανάθεμα σε μια χούφτα ανθρώπων που στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή , παλεύοντας με σφεντόνες απέναντι σε θεριά, νικήθηκαν.
Γιατί το νιώθω πως το διακύβευμα ήταν η ίδια η υπόσταση της πολιτικής στην Ευρώπη. Ο Τσίπρας και η παρέα του πίστευαν στη δύναμη της πολιτικής έναντι των αγορών. Και έπρεπε με κάθε τρόπο να ηττηθούν, να εξουθενωθούν πολιτικά, να ταπεινωθούν.
Στο πτώμα της πολιτικής εγώ αρνούμαι να βγω και να φωνάξω.

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Μονόλογος ενός πολίτη του καναπέ.


Είναι δυο τρεις βδομάδες που αρνούμαι να διαβάσω οτιδήποτε έχει σχέση με την πολιτική επικαιρότητα. Το κάνω από ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης που μου ψιθυρίζει στο αυτί ότι θα τρελαθώ, αν συνεχίσω να παθιάζομαι . Και δεν μπορώ να συμμετάσχω σε ό,τι γίνεται γύρω μου χωρίς να βάλω λίγο από το υγρό που μέσα μου κοχλάζει. Γυρίζω στα δωμάτια του σπιτιού μου με τα χείλη κλειστά, μα μέσα μου ο μονόλογος συνεχίζεται. Και όσο περνούν τα χρόνια, γίνομαι και πιο ιδιόρρυθμη, λιγότερο ανεκτική - αν θέλετε - με τις ανθρώπινες κουτοπονηριές. Ίσως να αρχίζω να βλέπω επιτέλους πως όλα είναι ένα θέατρο, κι εγώ βαρέθηκα να βλέπω μάσκες γύρω μου..

Αποφεύγω να ανοίγω πολιτική συζήτηση με φίλους μου ,γιατί θλίβομαι και φοβάμαι μήπως τους μισήσω. Μήπως δω μια μέρα πως εγώ είμαι από την άλλη όχθη και εκείνοι δεν μπορούν να μου δώσουν το χέρι. Φοβάμαι πως τώρα πια - εδώ που φτάσαμε - τα πάντα είναι πολιτική.

Λυπάμαι μονάχα για όσους νομίζουν πως ξέρουν την αλήθεια. Και με εξοργίζει η συγκατάβαση στο βλέμμα του βολεμένου. Αυτού που δεν ένιωσε ποτέ τι σημαίνει να μη βγάζεις το μήνα, να δουλεύεις σαν το σκυλί χρόνια ατέλειωτα και ποτέ να μην είσαι εντάξει στους λογαριασμούς σου. Αυτού που τώρα με κοιτά με αυταρέσκεια και υψώνει επιτιμητικά τα δάχτυλο, ηθικολογώντας . Φοβάμαι πως θα έρθει η ώρα που δε θα μπορώ πια να είμαι ευγενής.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Αναζητώ συνενόχους

Τι αναζητώ στα βιβλία; Γιατί μου είναι τόσο απαραίτητο να χάνομαι στις λέξεις των άλλων; Παρηγοριά αναζητώ . Μέσα από τις λέξεις ανθρώπων που γράψαν αιώνες πριν - είναι παράξενο , μα οι περισσότεροι που με μαγεύουν με τα γραπτά τους είναι νεκροί - νιώθω πως μάχομαι ενάντια στη μοναξιά και στο αίσθημα του γελοίου, που με έκανε από παιδί να στέκω παράμερα . Και νιώθω τώρα - τότε δεν το καταλάβαινα- πως ψάχνω μέσα από τα βιβλία συνενόχους, ανθρώπους που μοιράζονται το βάρος που κουβαλώ μέσα μου από τότε που νιώθω τον εαυτό μου.
.......
" Άλλωστε πώς να εκφράσω αυτό που συνδέει την τρομερή αγάπη της ζωής μ' εκείνη τη μυστική απελπισία;" Γράφει ο Αλμπέρ Καμύ στα εικοσι δύο του χρόνια , στο πρώτο του βιβλίο.

Και η Άννα Αχμάτοβα
Η ίδια εγώ ,από την πρώτη αρχή
σαν όνειρο ή παραίσθηση ενός άλλου μου φαινόμουν,
σαν αντανάκλαση σ' έναν καθρέφτη ξένο,
δίχως όνομα, σάρκα ή αιτία.
..

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

. ..

Σκέφτομαι πόσο κάλπικος είναι ο άνθρωπος που φορά τη μάσκα του επαναστάτη ,τρέχει από διαδήλωση σε διαδήλωση, από διαμαρτυρία σε διαμαρτυρία και επαίρεται πως πασχίζει να αλλάξει τον κόσμο. Μα δεν ευκαιρεί να κοιτάξει στα μάτια το παιδί που έχει απέναντί του, να σφίξει το χέρι του ανθρώπου που δίπλα του σωπαίνει. Πόσο η ιδεολογία μπορεί να γίνει φυλακή.

Και θυμάμαι τα λόγια του Φερνάντο Πεσσόα .

" Αγαπώ είναι η αιώνια αθωότητα,
και η μοναδική αθωότητα είναι δεν σκέφτομαι."

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

...

" Αισθάνομαι είναι είμαι αφηρημένος."

Φερνάντο Πεσσόα

Σκέφτομαι πόσο έχει συκοφαντηθεί στις μέρες μας η έννοια της αφηρημάδας.
Αν δεν ήμουν μονίμως τόσο αφηρημένη, θα έγραφα ένα μανιφέστο για την υπεράσπιση των αργών ρυθμών, της δύναμης που κρύβει μέσα της η αδράνεια. Θα έλεγα πως η αρρώστια της εποχής μας είναι αυτό το κυνήγι του χρόνου που δε σε αφήνει να νιώσεις, να ξετυλίξεις τα πέπλα σου.
Μα- είπαμε - είμαι εκ φύσεως νωθρή και αφηρημένη. Το μυαλό μου δε συντονίζεται εύκολα. Κι έτσι ,το μανιφέστο αναβάλλεται επ' αόριστον.

Τουλάχιστον ,έχω αυτά τα ξεσπάσματα, αυτές τις στιγμές που οι λέξεις πιέζουν να γεννηθούν. Το χέρι μου παίρνει το μολύβι και άτακτα προσπαθεί να δώσει μορφή στο χάος που σαλεύει μέσα μου. Πάντα άτακτα. Ποτέ με τάξη. Απεχθάνομαι την τάξη και την πειθαρχία.


Μη με πιστεύετε.Πάλι ψέματα λέω.

Η μόνη αληθινή μου επανάσταση θα ήταν - έστω για μια φορά- να πω την αλήθεια.
Μα για να την πω πρέπει να τη νιώσω. Κι εγώ το μόνο που νιώθω είναι πως το μυαλό μου είναι ένα κρεμμύδι με άπειρες στρώσεις. Το ξεφλουδίζω και ποτέ δε φτάνω στη ρίζα του. Και τα μάτια μου κλαίνε ολοένα. Παίρνω τα δάκρυα και τα βαφτίζω ποιήματα.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

η παιδική ανταρσία του ποιητή

(Φωτογραφία: Κώστας Διαμαντής)


Η παιδική ανταρσία του ποιητή

Ο ποιητής είναι ένα παιδί εγκλωβισμένο στον κόσμο των μεγάλων. Οι περιστάσεις τον στενεύουν, τα λόγια των γύρω του τα νιώθει σκάγια. Το βλέμμα του αμείλικτο καρφώνεται στη γύμνια τους και τους τρομάζει.
Στέκεται μετέωρος ανάμεσα σ’ αυτό που ζει και αυτό που νιώθει. Και το «νιώθει» δεν το λέω τυχαία. Οι αισθήσεις του, οι κεραίες με τις οποίες λαμβάνει τα σήματα γύρω του είναι τόσο οξυμένες, που κάθε μέρα σ’ αυτόν τον αντιφατικό κόσμο είναι ένα μαρτύριο.
Μα το αποζητά αυτό το μαρτύριο. Αυτό θα γεννήσει το ποίημα. Και μέσα σ’ αυτό ο ποιητής θα ζήσει – έστω για λίγο – εκεί όπου νιώθει έστω ασφαλής από τα χνώτα των άλλων.
Απ’ αυτήν την άποψη, όποιος στρέφεται στην ποίηση αναζητά παρηγοριά από όλα αυτά που τον έκαναν από παιδί να αισθάνεται μετέωρος και παρείσακτος. Φτιάχνει ένα δικό του παράλληλο σύμπαν όπου αισθάνεται ότι – επιτέλους – ανήκει.
Και χαίρεται αληθινά όταν τον πλησιάζει ένας αναγνώστης για να του πει πως τον συγκίνησε με ένα ποίημά του.
Χαίρεται με τη χαρά του παιδιού που βρήκε έναν συμπαραστάτη στο παιδικό του παιγνίδι, έναν «συνένοχο» στην πρώτη του παιδική ανταρσία, που μοιραία τον ακολουθεί μέχρι το θάνατο.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

το λαχείο στη Βαβυλώνα

Τις τελευταίες μέρες διαβάζω και ξαναδιαβάζω «Το λαχείο στη Βαβυλώνα» από τις Μυθοπλασίες του Μπόρχες.
Η Βαβυλώνα , η παντοδυναμία της Εταιρείας, οι κάτοικοι έγκλειστοι σε μια πραγματικότητα που κατευθύνεται από το Λαχείο.
Και το λαχείο δεν είναι τίποτα άλλο παρά «μια παρεμβολή της τύχης στην τάξη του κόσμου.»

Ο ίδιος ο Μπόρχες δηλώνει πως «Το λαχείο στη Βαβυλώνα» δεν είναι εντελώς απαλλαγμένο συμβολισμού.

Δεν ξέρω γιατί αναζητώ παρηγοριά από την αγριότητα που με περιβάλλει σ’ αυτό ειδικά το κείμενο.

Γιατί επιτρέπω στον αφηγητή αυτής της ιστορίας να με πάρει μαζί του, όταν ευθύς εξαρχής διακηρύσσει: « Έχω γνωρίσει αυτό που αγνοούν οι Έλληνες: την αβεβαιότητα.»

Τι παρηγοριά μπορεί να βρίσκω σε μια ιστορία που αποδέχεται τη βία, την αδικία, τον απόλυτο παραλογισμό ως ένα απλό παιγνίδι της Τύχης.

Ένα απλό παιγνίδι της τύχης..

Και ο λαός της Βαβυλώνας μετά από ταραχές και αιματοχυσίες « επέβαλε το θέλημά του, παρά την αντίσταση των πλουσίων και πέτυχε όλους τους φιλόδοξους στόχους του».
« Το λαχείο έγινε μυστικό, δωρεάν και για όλους. Η μαύρη αγορά των λαχνών πατάχθηκε απ’ τη ρίζα. Κάθε ελεύθερος άνθρωπος που είχε μυηθεί στα μυστήρια του Βελ, συμμετείχε αυτομάτως στις ιερές κληρώσεις που γίνονταν στους λαβυρίνθους του Θεού κάθε εξήντα νύχτες και καθόριζαν την τύχη του ως την επόμενη φορά».

Σκέφτομαι τη φράση του Μπόρχες « κάθε ελεύθερος άνθρωπος».

Ελεύθερος να συμμετάσχει στην κλήρωση που θα καθόριζε την τύχη του ως την επόμενη φορά.

Ελεύθερος να συμμετάσχει σε μια κλήρωση.

Και γι΄ αυτήν την ελευθερία έδωσε μάχες αιματηρές .

« Η Εταιρεία , με μια θεία μετριοφροσύνη, αποφεύγει κάθε δημοσιότητα. Όπως είναι φυσικό, οι πράκτορές της είναι μυστικοί ΄ οι διαταγές που εκδίδονται η μία πίσω απ’ την άλλη – σχεδόν ασταμάτητα – δεν έχουν καμία διαφορά απ’ αυτές που μοιράζουν απλόχερα οι απατεώνες. Στο κάτω κάτω ποιος μπορεί να καυχηθεί πως είναι μόνο απατεώνας; Ο μεθύστακας που αυτοσχεδιάζει μια παράλογη εντολή, ο ονειρευτής που πετάγεται στον ύπνο του και στραγγαλίζει με τα χέρια του τη γυναίκα που κοιμάται πλάι του, μήπως εκτελούν μια μυστική απόφαση της Εταιρείας;
Αυτή η σιωπηλή λειτουργία , που μοιάζει μ’ εκείνην του Θεού, μπορεί να προκαλέσει κάθε είδους υποθέσεις. Μία απ΄ αυτές κάνει τον αποτρόπαιο υπαινιγμό πως η Εταιρεία έχει πάψει να υπάρχει εδώ και αιώνες , πως η ιερή αταξία της ζωής μας είναι πέρα για πέρα κληρονομική, παραδοσιακή’ μια άλλη , αντίθετα, θέλει την Εταιρεία αιώνια και κηρύσσει πως θα ζει μέχρι την τελευταία νύχτα, μέχρις ότου ο τελευταίος θεός σβήσει τον κόσμο. Μια άλλη δηλώνει πως η Εταιρεία είναι παντοδύναμη, αλλά ασκεί την εξουσία της μόνο πάνω σε μικροσκοπικά πράγματα: στο κελάηδισμα ενός πουλιού, στις αποχρώσεις της σκουριάς και της σκόνης, στα όνειρα που βλέπουμε την αυγή μισόξυπνοι. Μια άλλη, διά στόματος προσωπιδοφόρων αιρεσιαρχών, πως η Εταιρεία δεν υπήρξε κι ούτε θα υπάρξει ποτέ. Μια άλλη, εξίσου απαίσια, πως είναι αδιάφορο αν δέχεσαι ή αρνείσαι την ύπαρξη αυτού του ζοφερού σωματείου, γιατί η Βαβυλώνα δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα άπειρο παιχνίδι της τύχης.»

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Ζούμε το τέλος της αθωότητας . Σαν να μας τέλειωσαν τα παραμύθια που κάποτε θρέφανε τα παιδιά μας. Οι μαθητές μας μας κοιτάνε με γνήσια λύπηση. Κουνάνε το κεφάλι κουρασμένα και μας χαιρετούν καθώς ξεμακραίνουν. Σ' ένα βαγόνι σκουριασμένο καθηλωμένοι, τους κοιτούμε να προσπερνούν, βαδίζοντας με νάζι. Στο μέτωπό τους η στάμπα της εποχής.

το τέρας του φασισμού

" Το 1984 του Όργουελ είναι εδώ και σου καρφώνει στο στήθος αυτό που σκόπιμα αποσιωπάται.. πως μας νίκησε το Τέρας του φασισμού ,γιατί αφεθήκαμε να αλλοτριωθούμε ευχάριστα, κυλιόμαστε στον ατομικό του βούρκο ο καθένας και θαρρούμε πως με τις οργής κουβέντες που σκαρώνουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την παρουσία μας σε μια διαδήλωση , με τις άναρθρες κραυγές μας κάνουμε το χρέος μας ..μιλάμε - λέει- καταγγέλλουμε το Τέρας.
Κραυγές είναι και τα δικά μου λόγια το ξέρω..ίσα ίσα να εκτονώσω το θυμό μου.
Σκέφτομαι κάποιες στιγμές πως και το διαδίκτυο ένας κάδος σκουπιδιών είναι όπου ανακυκλώνεται η οργή μας και μετατρέπεται σε ανοχή . "
..
Μετά το Φαρμακονήσι γραμμένα τα παραπάνω. Και μετά τη Μανωλάδα και μετά την αυτοκτονία του μετανάστη στην Αμυγδαλέζα και μετά τις ατέλειωτες ουρές στα συσσίτια και μετά τον άδικο χαμό του παιδιού και τον ατέλειωτο κανιβαλισμό πάνω στα άψυχο σώμα του .. Δεν έχει τέλος η φρίκη του κόσμου και μεγεθυσμένη από τον φακό του διαδικτύου καταλήγει ένα φρικτό γαϊνάκι φόβου .
Η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω είναι η πίστη στην ανάγκη που έχουν όλοι οι άνθρωποι για αγάπη.
Τη βλέπω στα πρόσωπα των μαθητών μου. Ακόμη και στα πιο αγριεμένα από τις συνθήκες μιας χώρας που τρώει τις σάρκες της.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

επική ειρωνεία



Νομίζω πως η κυρίαρχη λειτουργία της επικής ειρωνείας είναι να δείξει την ασυνέπεια των θεών και την πλάνη των θνητών που επιμένουν να τους εμπιστεύονται.
Ραψωδία Δ  Ιλιάδας
Αγαμέμνονας : « Ο πατέρας Δίας δε θα βοηθήσει τους ψεύτες. Όσοι πρωτοπάτησαν τους όρκους, αυτών τα τρυφερά κορμιά θα τα φαν οι γύπες.»
Τι αγνοεί ο Αγαμέμνονας; Ότι ο ίδιος ο Δίας έστειλε την Αθηνά στη γη με την προτροπή:
« Δοκίμασε πρώτοι οι Τρώες να  κάνουν αρχή να πατήσουν τους όρκους , χτυπώντας τους πολυδοξασμένους Αχαιούς».
Τους όρκους που οι πλανημένοι θνητοί στη γη επικύρωναν με θυσίες λίγο πριν στο όνομα του ίδιου του Δία.
..
Θα μου πείτε: Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ ασχολείσαι με τον Όμηρο.
 Κι όμως. . Διαβάστε την Ιλιάδα με τα μάτια της ψυχής ανοιχτά και θα βρείτε πως είναι ένα από τα πιο συνταρακτικά κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό βέβαια , για όσους δέχονται πως  διαβάζουμε λογοτεχνία για να νιώσουμε  το μέσα μας βουητό, αυτό που μας κάνει ανθρώπους, αυτό που μας ξεχωρίζει από τις μηχανές . Οι άλλοι ,έτσι κι αλλιώς δεν έχουν σωτηρία.