Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

ανθρωπιά

Θα σας εξομολογηθώ το πρόβλημά μου. Τώρα τελευταία έχω μια αδυναμία να μιλήσω και να πω όλα όσα πυρπολούν το κεφάλι μου . Και αν δεν αισθανόμουν το μυαλό μου μια ωρολογιακή βόμβα έτοιμη για έκρηξη, ειλικρινά δε θα με ένοιαζε καθόλου αυτή μου η αδυναμία. Μα έχω τέτοια τρομακτική εσωτερική ένταση και τέτοιο θυμό , που αρχίσω να πιστεύω πως θα τρελαθώ αν δεν πω κάτι. Γι’ αυτό με μεγάλο πόνο κάθομαι τώρα μπροστά στην οθόνη. Θα’ θελα να μην πω τίποτα. ΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΏ.

Σιχασιά ..αυτό νιώθω. Οι άλλοι φτύνουν πάνω μου τη μικρότητά τους κι εγώ χαμογελώ ..μα ως πότε;

Μπα ..δεν έχει νόημα… δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθείς να συγκρουστείς με την ανοησία που σε περιβάλλει από παντού ..να κλείνεις τη μύτη σου να μη σε φτάσει η μυρωδιά αυτού του οχετού ..μα πώς; είσαι μέσα του και κολυμπάς ..

Κι όχι αυταπάτες προπαντός ..που λέει κι ο ποιητής..

Πώς λέτε να αισθάνεται ένας άνθρωπος που προσπαθεί σ’ ένα απάνθρωπο σχολείο- φυλακή να διαφυλάξει την αθωότητά του, το γέλιο του, την αγάπη του για αυτό που καθημερινά βλέπει να υφαρπάζεται, να γελοιοποιείται, να ακυρώνεται..

Για ποια αγάπη σας μιλώ;
Την αγάπη για την περιέργεια, για το ψάξιμο, τη δίψα για απαντήσεις..

Φτάξανε σχολεία –φυλακές, απάνθρωπα σχολειά με μαθητές που αισθάνονται φυλακισμένοι και δασκάλους στο ρόλο του δεσμοφύλακα.. . όχι.. αρνούμαι να μπω σ’ αυτόν το ρόλο… αρνούμαι να σκοτώσω τη ματιά μου.. αρνούμαι να σκοτώσω το γέλιο μου…αρνούμαι να γίνω ακόμη ένα φοβισμένο ανθρωπάκι που με σκυφτούς ώμους και κλειδωμένο μυαλό θα ζητήσει απ’ τους μαθητές του να κλίνουν το «ειμί»

Στο διάβολο να πάει αυτή η γνώση που γίνεται μαρτύριο, βασανιστήριο, μπαμπούλας…στο διάβολο να πάνε κι όλοι αυτοί που νεκρώσανε τα μυαλά των παιδιών μας, τα βάλαν σε κλουβιά, τους κόψαν τα φτερά κι ύστερα κοιτούν –λέει- να τα γιατροπορέψουν όπως- όπως με τις νεκρές γνώσεις τους..

Στο διάβολο όλοι τους..

Σιχαίνομαι..

Πριν μια βδομάδα είχα πάθει αφωνία . Σε ένα τμήμα Γ΄ Γυμνασίου στο μάθημα της λογοτεχνίας , καθώς δεν μπορούσα να μιλήσω, τους έβαλα να ακούσουν Καββαδία .

«χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία» λέει ο ποιητής

γέλια ειρωνικά , ψίθυροι, διάθεση να ακούσουν καμία, εκτός ίσως από δυο τρεις μαθητές που πραγματικά έδειχναν –τουλάχιστον- μια περιέργεια.. Να πω βέβαια ότι αυτό οι μαθητές δεν το θεωρούν μάθημα…έχουν μάθει ότι μάθημα σημαίνει « ο καθηγητής παραδίδει, εμείς κοιμόμαστε» Φτύνω αίμα κάθε φορά που επιχειρώ κάτι διαφορετικό στην τάξη μέχρι να το αποδεχτούν..
Σταματάω το CD, τους γράφω στον πίνακα « σχίστε μια κόλλα χαρτί» και γράφω στον πίνακα το θέμα :

« Αυτό που θέλανε το πέτυχαν . Φτιάξανε ανθρώπους που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν ή να διαβάσουν αυτά που σε περίοδο Δικτατορίας θα ήταν απαγορευμένα».

Τέλος πάντων ..πάλι στην φλυαρία το έριξα..
Αυτό που θέλω να πω είναι πως εμένα δε θα με νικήσουν τα καθάρματα ..το στόμα μου δε θα το κλείσουν …όσο και να προσπαθούν να με εξαθλιώσουν με το μισθό μου να έχει φτάσει μετά βίας τα 900 ευρώ, με το κλίμα τρομοκρατίας παντού, μέσα και έξω απ’ τα σχολεία, με την τηλεόραση να υπνωτίζει μικρούς και μεγάλους .

Εγώ έχω ως ύστατο καταφύγιο το παιδί που κρύβω μέσα μου…και πολλές φορές ,που είμαι μέσα την τάξη και νιώθω πως τρελαίνομαι απ’ την άγνοια, την παθητικότητα, την αδιαφορία, τα νεκρά βλέμματα, τότε που λέω «παράτα τα» « κάνε το μάθημά σου και φύγε» « μη φθείρεσαι» τότε κοιτάω στα μάτια αυτό το παιδί που έχω απέναντί μου και βλέπω πως πίσω απ’ το βλέμμα του αυτό κρύβεται πόνος και φόβος και αγωνία πως και πάλι θα το απορρίψουν και θα του κολλήσουν την ταμπέλα του αποτυχημένου…τότε μαλακώνω και νιώθω πως κι αυτά τα παιδιά κουβαλούν το καθένα το δικό του μικρό Γολγοθά, που για άλλο μπορεί να είναι το εννιάρι που πήρε στο διαγώνισμα, για άλλο ο πατέρας του που πέθανε δυο μέρες πριν, για άλλο η μάνα του η καταθλιπτική…

Κι αν το σχολείο έχει καταντήσει ένα νεκροταφείο θαμμένων ταλέντων , κι αν το καταντήσανε ένα δεσμωτήριο όπου κυριαρχεί το χάος, η μαγκιά, οι συμμορίες, κι αν στους διαδρόμους σέρνονται ανθρωπάκια νεκρά από καιρό , όχι ..τα όπλα δεν τα καταθέτω…Θα επιμείνω σε ό,τι μου απέμεινε, είναι το μόνο πια…η ανθρωπιά ..

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ίνες χωμάτινες

Μη με αρνείσαι θάλασσα
Κραυγάζει ο ποιητής
Στιγμές γονατιστός στην αρμύρα της
Σχίζει τα πουκάμισα του δέρματός του
Θυσία τα προσφέρει στη βοή της

Κι ύστερα βγαίνει μουσκεμένος απ’ τη δίνη της
Γράφει σε κύκλους τη σιωπή του
Σκάφτει χαντάκια και τη θάβει
Να’ ρθει κάποτε
Να δέσει τις φλέβες του
Να τις ισιώσει
Να μη φουσκώνουν ποτάμια αίμα τα μάτια του
Να ξαστερώσει η μιλιά του
Να μιλήσει.

Μάταιος κόπος.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

μονάχα οι άνθρωποι

Θέλω να κρατηθώ απ’ το ποίημα και να νιώσω και πάλι πως είμαι εκεί πίσω στην ασφάλεια της μήτρας, με μόνο ήχο το ρυθμικό παλμό της καρδιάς της μάνας μου.
Μα τι γίνεται, όταν όλες οι βεβαιότητες γκρεμίζονται και δεν απομένει πια καμιά μα καμιά ανάσα πέρα απ’ την στερνή εκείνη του πνιγμού..
Τι γίνεται όταν σωπαίνουν ένοχα οι λέξεις κι ό, τι κι αν γράψεις σου φαίνεται στιλέτο στην πλάτη σου;

Μονάχα οι άνθρωποι πια μου απομείναν..
Μονάχα οι άνθρωποι ..

Τι αστόχαστα το ξεστόμισα αυτό το «μονάχα..»

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

πώς να σε πλάσω από γρανίτη

για τον Γιώργο μου

Κρατήσου μάτια μου.
Θα’ ρθουν καιροί ζαλισμένοι
Το ξέρω
Θ’ αναρωτιέσαι ποιος άνεμος σου χαϊδεύει την όψη
Και ποια κραυγή σου μαστιγώνει τη σιωπή
Θα ξύνεις τη μάσκα των άλλων με το βελούδινο βλέμμα σου
Ξανά και ξανά
Γιατί είσαι αθώος
Το βλέπω στην αγωνία σου να μάθεις
Και στη σιωπή σου σαν πικραίνεσαι.
Ο κόσμος μάτια μου γυρίζει αδιάκοπα
Πώς το πασχίζεις στα δυο μικρά σου χέρια να τον κλείσεις ;
Θα πληγωθείς και θα πονέσεις
Πώς τη σκληράδα μέσα σου να στάξω ;
Πες μου τον τρόπο να σε πλάσω από γρανίτη.
Γιατί τρομάζω μάτια μου
Αυτά τ’ αθώα σου τα μάτια
Πόσα γιατί να βαστάξουν δίχως να μαραθούν.
Μα πιο πολύ τρομάζω μην τύχει
τις δυο λίμνες που εντός τους κλείνουν
και τις στερέψει η αγριάδα των καιρών.
Μη δω τα μάτια σου σαν πέτρα να παγώνουν
Όταν ο φόβος τα στοιχειώσει.
Μην τον αφήσεις μάτια μου το φόβο να σ’ αγγίξει.
Μην τον αφήσεις στη ματιά σου να λιμνάσει.

Πώς να σε πλάσω από γρανίτη μάτια μου..


11-10-2006

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

σκασμός

και επιτέλους
σκασμός οι ρήτορες
πολύ μιλήσανε

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

μικρή Ινδιάνα

Αυτό το κύμα που ποτέ δε σ’ ήβρε
Αυτό τάχτηκες να ψάχνεις
Να κρατάς στην άκρη του ματιού σου
Την υποψία φυλαχτό
Και να κλαις
Μικρή ινδιάνα
Που τα μάτια σου πόθησαν τη θάλασσα
Που το δέρμα σου πόθησε τη φωτιά
Κι η ανασαιμιά σου την αρμύρα
Και σε βρήκε η άμμος
Σε τύλιξε ολάκερη .

Μικρή μου ινδιάνα

Πώς να σ’ ανταμώσω τώρα πια ;

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

.......

θέλω να βγω απ' το δέρμα μου
ν' αφήσω νύχια αρπακτικού στα μάτια μου
να κομματιάσω την πλάκα
να κομματιάσω την πλάκα

ποια πλάκα θα μου πείτε;

σοφοί μου δάσκαλοι εμπρός
βγείτε μπροστά να μου ανάψετε τη φλόγα
το καλντερίμι σκοτεινό
κι εγώ κοάζω
βατράχι ξένο

σοφοί μου γνωστικοί και τόσο λεπταίσθητοι δάσκαλοι
ξέρετε μήπως να μου πείτε
τι χρώμα έχει η πείνα
και η απόγνωση
και η οργή
και η λαχτάρα για δίκιο
τι χρώμα έχουνε τα μάτια του γιου σου σαν σε κοιτούν με απορία
και ρωτούν

« ποιοι είναι οι κακοί μαμά;»

μα εγώ σήμερα λέω να γράψω ένα ποίημα, απ’ αυτά που χαϊδεύουν τα μαλλιά των παιδιών πριν κοιμηθούν, απ’ αυτά που τρελά κι ανυποψίαστα χορεύουν στη θάλασσα, απ’ αυτά που ποτέ μου, ποτέ δε θα γράψω, γιατί ποτέ δεν είδα πού στο διάβολο εκβάλλει αυτό το ποτάμι και πούθε ξεκινά

σοφοί μου δάσκαλοι
μη μου αρνηθείτε τη φλόγα σας

εσείς σίγουρα το είδατε και το ποτάμι και την αρχή και το τέλος του, γι’ αυτό και τα δικά σας λόγια είναι τόσο βαλμένα το ένα δίπλα στο άλλο με τάξη κι αρμονία

γι’ αυτό σας λέω
δείξτε μου το δρόμο.

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

. . .

«Στα σπλάχνα σου μανιάζαν φίδια
Θάλασσα το δέρμα σου
Μ’ αλάτι γουβιασμένο στους πόρους»

Πια δε νυχτώνει
Σούρουπο παντού


Πια δε νυχτώνει
Φώτα ν΄ ανάψουν στο πελαγίσιο σώμα

Να’ ρθουν τ’ ουρανού τα ντύματα
Να ράψουν στη γη παρηγόρια

Να ζωγραφίσουν τα πουλιά
Γλαυκούς ηλιάτορες
Την πέτρα να σηκώσουν απ’ τους κροτάφους μου
Ν’ ανοίξω τα πανιά των ματιών μου
Πάλι στη μέρα

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

...................

Αυτός ο άνθρωπος έγινε δέντρο νύχτα
Τη μέρα έβγαζε κλαδιά
Κορφές και βάτα
Και υψωνόταν στο κενό
Και αγκάλιαζε τα σύγνεφα
Μάτια δεν είχε
Κι έψαχνε χώμα να καρφώσει τις ρίζες του
Μα ήτανε παντού νερά
Και λασπωμένα χνάρια
Παντού νύστα κι έρημος
και βατράχια κοάζαν πνιχτά
Μ’ αυτιά δεν είχε να τ’ ακούσει
Μονάχα ένιωθε ένα σούρσιμο εκεί που άλλοτε ήταν τα πόδια του

Και τώρα θάρρειε πως αντίκριζε ρίζες
Μα ήταν μονάχα στο νου του αυτά όλα

Δέντρο πώς να γενεί ο άνεμος
Δέντρο πώς να φανεί η αύρα
Δέντρο πώς ν’ ανατείλει από καπνό
Και μέλη σπαραγμένα
Και νοτιάδες και κνώδαλα

Και το χώμα πού να το’ βρει να ριζώσει;

Όλοτρόγυρα τον κυκλώσαν τα έλη
Και μύτη δεν έχει την οσμή του σάπιου να μυρίσει

--------------

Ο πόνος σκάφτει μέσα μου λαγούμια μέλισσες
Ορμούν στις τρύπες του κορμιού μου
Το σπαράσσουν
Δεν ξέρω αν είναι βάλσαμο το κεντρί τους ή φαρμάκι
Κι ούτε ποτέ μου είδα μέσα στην υπόγεια βοή τους
Κάτι παρήγορο
Μα
Φταίει νομίζω κείνη η παραξενιά που με καρφώνει
Να βλέπω κύματα κει που οι άλλοι βλέπουν κάλμα
Ν’ ακούω λέξεις πανικού
Τριγύρω απ’ τις σιωπές
Και πώς γαληνεύει ο καλπασμός βημάτων μέσα μας
Μου λες;

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

...

Αυτή η θάλασσα έγερνε μέσα μου ολάνθιστη
Με κατάπινε και με ξερνούσε
Κι έστελνα τη ματιά μου στον ουρανό
Που’ χασκε διάστερος στου ματιού μου την κόχη
Και σάλευαν όλα του βυθού τα πουλιά
Και με σηκώναν στα φτερά τους
Με ταξιδεύαν σε στυφά άλμης σοκάκια
Κι είχα στο στόμα μου
Γεύση ακριβή
Τη δίψα
Κι είχα στα χέρια μου
Ντύμα κρυφό το φόβο
Κι είχα στο νου μου
Κρατήρα βουβό
Τη λαχτάρα

δέηση

Έτσι κρυφά να σου μιλώ ψυχή μου
Έτσι καθάρια να μοχλεύω τις πληγές σου
Κι εσύ να γέρνεις το υγρό σου βλέμμα
Ίσια κατάβαθα στην κοίτη του δικού μου ποταμιού
Και να κρατάς στα μάτια σου λουλούδια του αγρού
Και θάλασσας ριπές και ουρανού ανεμώνες
να τις φυτεύεις μέσα μου
καρδιά μου
τα μάγια να μου λύσουν
και να το δυνηθώ να σε κοιτάξω

κι αυτή η χαράδρα που τώρα ασάλευτη φεγγίζει στο στεγνό σου μέτωπο
να γίνει μονοπάτι να βαδίσω τη σιωπή μου
και να γεμίσει ήχους γάργαρους
πουλιών κελαηδισμούς
αγέρα υπερήφανου στρωσίδι.

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

για τους μετανάστες απεργούς πείνας

Τους έβλεπε να πλησιάζουν με τα αλεπουδίσια μάτια τους, σάλια να πασαλείφουν το ποντικίσιο στόμα τους και τα χέρια τους να μοιάζουν νύχια αρπαχτικού. Κάρφωνε τα πόδια του στη γη κι ευχόταν να μπορούσε να πάρει η όψη του χωμάτινο χρώμα, να ζαρώσει ολόκληρος μέσα στη σκόνη και να φυτευτεί στη γη , τη γη που τον έθρεφε χρόνια τώρα με την καρτερία της.
Αυτοί δεν έβλεπαν τίποτα . Μονάχα τα λόγια τους άκουγαν μεγεθυμένα μέσα τους κι επαίρονταν πως ήταν –λέει- φιλάνθρωποι και ξέρανε ωραία να μιλούν με όρους περισπούδαστους κι αμφίσημους που ξεχειλίζανε σοφία.
Αυτός τίποτα απ’ αυτά δεν ένιωθε. Μονάχα ένα τρέμουλο στην καρδιά του απ’ τα μάτια τους που τον μετράγαν και τον έκριναν και του ζητούσαν να υψωθεί εκεί που τον ήθελαν. Μα πού να ξέρει κι αυτός πού τον ήθελαν να σταθεί.. Άλλοι τον φαντάζονταν με το στεφάνι του μαρτυρίου στο μέτωπο κι άλλοι – οι ποιητάδες- με ψυχή λιονταριού που δίνει στη γραφίδα τους λίγο απ’ το αίμα που τόσο ποθούν.
Κι άλλοι τον θέλαν ταπεινό να παρακαλάει εμάς τους ψυχοπονιάρηδες Έλληνες να τον χρίσουμε Έλληνα να ευφρανθεί η καρδιά του..
Υπήρχαν βέβαια και οι ρατσιστές, που τον βλέπαν σα μια μύγα που καρφωμένη στη κόχη του βρωμισμένου τζαμιού περιμένει το θάνατο..

Μα τίποτα απ’ αυτά δεν έβλεπε αυτός. Μονάχα μια μικρή αράχνη στην τέντα της σκηνής του, που ύφαινε τριγύρω του τον ιστό της με τη σοφή του χρόνου υπομονή.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

πέταγμα

Όσο κι αν ούρλιαζε κομμάτια ο σφυγμός μου
Όσο κι αν θόλωνε το τζάμι του μυαλού
Προχωρούσα

Με μια σφυρίχτρα στα μάτια
Τριζοβολητό αιώνιο οι σπίθες τους
Σπαθιά τρεμάμενα
Σπαθίζαν τη σιγή
Και την κόβαν στα δυο
Κι εκεί ανάμεσα στο άσπρο σεντόνι του βυθού
Έκλαιγε μια κόρη τα μάτια της
Που της τα πήραν
Αυτά τα μάτια της τα παιδικά
Και πού να τα’ βρει τώρα
Έτσι σκυφτή που έμαθε μονάχα να υφαίνει
Πίκρα και λόγια περιττά
Σ’ ανέμους πεταμένα
Βλέμματα
βήματα τυφλά σε ίσκιους χαρισμένα.

Όσο κι αν χάραζε η ανάσα μου τριγμούς
Όσο κι αν λιώναν τα υγρά στοιχειά του νου μου
Σε γωνιές αχόρταγες
Προχωρούσα.

Στο χέρι κράταγα βολβούς λιωμένους τα μάτια μου
Και τα στριφογύριζα στα χωμάτινα χέρια μου
Έτσι που γίναν βυσσινιές οι χαρακιές της μοίρας
Βυσσινιές και στάζαν χρώμα
Και για μια στιγμή
Θάρρεψα πως είδα στα υγρά μου χέρια
Μια πνοή
Μια αχλύ απ’ όνειρο
Φεγγάρι και ουρανό

Και ξέχασα το χώμα.




Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

άτιτλο

Ο πόνος σου
Μικρή μου αθώα
Μοιάζει λουλούδι ακόμη ανέγγιχτο απ’ τον καιρό
Μοιάζει φεγγάρι πελαγίσιο
Που βούλιαξε στην κορυφογραμμή της Ίδης
Κείνο το δειλινό του Αυγούστου
Και το τρέμουλο στη φωνή σου
Όταν μιλάς
Τη φύση σου κραυγάζει
Που μάταια προσπαθείς να κρύψεις
Πίσω απ’ τα τατουάζ και τις τρύπες στα χείλια σου.

Μπορεί οι άλλοι να γελάστηκαν
Και να σε είπαν
Μιαν ακόμη περίπτωση χαμένη
Απ’ αυτές που μετά βίας το σχολειό θα βγάλουν.

Μα ’ γω σε είδα να σωπαίνεις από θυμό
Και ν’ αντιδράς
Είδα τη σπίθα στο βλέμμα σου
Κι αυτό μου φτάνει
Για να σε κατατάξω αλλού.

Μα
Είπαμε
Καθείς και τα όπλα του

Κι όταν τα όπλα δεν είναι παρά μια ματιά ραμμένη από φόβο
Κι εμμονές
Ή το πολύ πολύ
Μια ενσυνείδητη επιμονή στο άθλιο καθήκον

Ποιος να σε δει κατάματα μικρή μου;

Το βλέμμα σου κρύβει φωτιές και κεραυνούς
Κι αυτοί έχουνε μάθει να κρυώνουν.

ρητορική ένδεια

Μοιάζουν οι λέξεις μου παιδιά ορφανά
Η μάνα τους σκοτώθηκε ευθύς μετά τη γέννα
Αυτόχειρας σε μια στιγμή γνήσιας ηδονής.

Δεν καταδέχτηκε
Από το χέρι να τα πάρει
Με προστυχιά τον κόσμο να γνωρίσουν.

Φευγάτε μόνα σας
Κραυγάζει
Ξυπόλητα λιγνά και τρομαγμένα
Γυρέψετε να σας ανοίξουν πόρτες.

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

ανάσα

Ίσως και ν’ άξιζε τον κόπο
Τα μάτια μου να ξεφλουδίσω ίσαμε κει που δεν παίρνει
Τα δέρμα μου να ψήσω
Μυρουδιά θανατίλας να σας αρπάξει όλους στις δαγκάνες της
Μόνο και μόνο για ν’ ακούσω τη φωνή σας
Όταν θα στριφογυρνάτε στις κρύπτες σας
Και μ’ ουρλιαχτά θα δοκιμάζετε τον ύπνο.

Πόση ντροπή πια να σηκώσει το βλέμμα μου
Πόση ντροπή

Τα νύχια μου μεγαλώσαν παράταιρα
Μέσα σε μια νυχτιά

Ανθρωπίλα μυρίζει ,μου έλεγες
κι ήσουν κι εσύ μέχρι το τέλος σκυφτή
κρατούσαν τα μάτια σου από μια ρίζα πόθου χωμάτινη
μάτια χώμα σπαρμένα
Πώς να τα ξεφλουδίσω; ρωτούσες
πόσο ασάλευτη πια να στέκω
δεν ξέρω
δεν ξέρω τίποτε
τίποτε πια δεν έχω να γυρέψω
πέρα απ’ ανάσα.

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Θέτις

Σαν έγειρε η Θέτιδα το υγρό της βλέμμα
στου παιδιού της το άψυχο δέμας
ήταν βροχή που ξέσπαγε απ’ τον Όλυμπο
το μοιρολόι
κύματα πέτρινα
και σπάγαν στ’ ουρανού το θόλο.


Δία, στάζει φωτιά ο Όλυμπος
Είναι τα μάτια σου που τρυπάν το κορμί μου
Έτσι ως ακούμπησα εδώ
Στην άκρη της γης
Να καμωθώ την θνητή
Έτσι για να θρηνήσω το παιδί μου
Αυτό που εσείς φυτέψατε στα σπλάχνα μου

για να’ χω τώρα ένα καρφί στα μάτια μου
να βλέπω το αίμα του γιου μου
να βάφει το χώμα της Τροίας
και να’ μαι αθάνατη
αίμα να μην κυλά στις φλέβες μου
και το βλέμμα του
να μου είναι ξένο
γιατί ζυμώθηκε με δάκρυα
κι εγώ τα δάκρυα δεν τα γνωρίζω
παρά σαν λέξη
λέξη των ανθρώπων
και το μαύρο που μέσα του σαλεύει
κι αυτό μια λέξη
μακριά πολύ απ’ το δικό μου βλέμμα
το άφθιτο
γι’ αυτό κι άμοιρο πόνου.

Κι όταν αντίκρισα το σώμα του νεκρό
-κι ήταν το σώμα του παιδιού μου-
πόνεσα πιο πολύ
όχι για το χαμό του
μα για το βλέμμα το δικό μου
που’ ριξα πάνω του

βλέμμα πάγου
βλέμμα κενού
ανάξιο να χαϊδέψει τις πληγές
αυτού του ξένου
που κείτονταν στο χώμα
εμπρός στα θεϊκά σανδάλια μου.

Δία ακούς;
Τουλάχιστον πλάσε με θνητή
Δωσ’ μου τη μοίρα του θανάτου
Να μ’ αγγίξει
Μήπως το δυνηθώ να κλάψω αληθινά
Το σπλάχνο μου
Τον Αχιλλέα.