Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

της μνήμης γαϊτανάκι

Ανάσαινα
Μες στο κατάμεστο αμφιθέατρο
Με τα μάτια ανάστροφα στις κόχες τους.

Έτσι θα νιώθουν οι τυφλοί
Σκεφτόμουν
Και
Κοιτούσα ολόγυρα με ασθματική σιωπή.

Θέλω μ’ αυτό να πω
Πως η σιωπή μου έφευγε απ’ τα ολάσπρα μάτια μου
και χύνονταν ανάερα
στων άλλων τη βοή
τρυπούσε την οχληρή τους ανεμελιά
ίσια κατάβαθα στη ρίζα της.


Μα
τι να πω
που να μη μοιάζει κάλπικο
και τι να δώσω
που να μη μοιάζει αντάλλαγμα φριχτό
για μιας στιγμής το χάρισμα που μου’ δωσαν
να μη θωρώ.

Μονάχα κείνο το μουτράκι
που μου γελούσε πίσω απ’ τα μάτια της χαράς
να’ χα για λίγο μπρος μου
να του αποθέσω βελούδινα τη ματιά μου
να την αγγίξει μαγικά
άστρα φωτιάς ν’ ανάψουν
και να γενεί χορός η σκέψη μου
σ’ ένα ολάνθιστο
της μνήμης γαϊτανάκι.

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

ΤΡΩΕΣ

Είν’ οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων`
είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε` κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας` κι αρχίζουμε
να’ χουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.-


Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κι έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται`
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει`
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

Κ. Π. Καβάφης


Πόσες φορές δε σιγοψιθύρισα μέσα μου τους τελευταίους στίχους..
«πικρά για μας…»

Ο Καβάφης είναι μεγάλος, για μένα ο πιο μεγάλος ποιητής που γέννησε η Ελλάδα. Και τον γέννησε η Ελλάδα . Έσκυψε στην ιστορία της και την έκανε ποίηση. Έσκυψε στον Ποιητή της και συνάντησε τη σκέψη του εκεί βαθιά ,στην πιο μύχια ρίζα της ,που είναι και η πιο μύχια ρίζα της σκέψης και της γλώσσας αυτού του γνήσια υπερήφανου πολιτισμού, του αρχαιοελληνικού. Είδε με την οξυδέρκεια του Ποιητή την ουσία του ομηρικού έπους ,που είναι η τραγική σύλληψη του κόσμου . Γι’ αυτό και το ποίημα αυτό το ξεχωρίζω ..Δίνει το υπαρξιακό αδιέξοδο του ανθρώπου, όπως η Ιλιάδα το αποτύπωσε καίρια στη μοίρα του Έκτορα, ή του Πάτροκλου .

Μα το ποίημα που δίνει με τρόπο συγκλονιστικό την τραγικότητα του ανθρώπου είναι του Απόλλωνος η Απιστία.




ΑΠΙΣΤΙΑ

Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκεν ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θα’ βγαινε απ’ την ένωσί των.
Είπε` Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θ’ αγγίξει
και θα’ χει μακρυνή ζωή.- Αυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Αλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κ’ είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία.
Κ’ η Θέτις ξέσκιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κ’ έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη`
και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων,
πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.
Κ’ οι γέροι την απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώες σκότωσε τον Αχιλλέα.

Δεν ξέρω γιατί θυμήθηκα τον Αλεξανδρινό ποιητή σήμερα ειδικά. Ένα χαμόγελο θα’ θελα να του χαρίσω μέσα απ΄ την καρδιά μου για όσα πικρά χαμόγελα μου χάρισε με τα μεγάλα του ποιήματα.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

παιδί μου

κάρφωσα τις λέξεις μου στο θυμό σου
να’ ρθεις να τις λυγίσεις μία μία
δίχως ψίχα να τις αφήσεις
όταν γυμνές από λυγμό και έγνοια θα αιωρούνται μες στην αίθουσα
κι εγώ θα σε κοιτώ
παιδί μου
με μάτια σκοτεινά γεμάτα φόβο

το φόβο πως σε μοίρανα
με σάλιο απ’ τη χολή μου
προτού σε φέρω σ’ αυτόν τον κόσμο
αθώο και γυμνό
παιδί μου

το φόβο πως σου κάρφωσα στα μάτια το λυγμό μου
την πρώτη κείνη τη στιγμή
που στύλωσα επάνω σου
περιδεές το βλέμμα
την πρώτη κείνη τη στιγμή
που τα ορφανά μου χέρια
απλώθηκαν στο άσπιλο και τρυφερό κορμί σου
να τ’ αγκαλιάσουν..

μα είμαι άνθρωπος παιδί μου
και σέρνομαι στης γης την κυρτωμένη πλάτη
δίχως μάτια να δω την πληγή μου
δίχως αφής το χάρισμα ν’ αγγίξω τη ματιά σου

και πώς να σου το δείξω
πως
σ’ όσες τροχιές κινδύνου κι αν ακροβατήσεις
όσο κι αν βίαια στεριώσεις τα πόδια στο χαμό
πάλι στη γη θα πέσεις
άνθρωπος κι εσύ
άχθος αρούρης..

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

ο φύλακας στη σίκαλη

«…Κατέβηκα από άλλη σκάλα κι είδα κι άλλο « γ…» στον τοίχο. Προσπάθησα να το σβήσω με το χέρι μου , αλλά ετούτο ήτανε χαραγμένο με σουγιαδάκι ή κάτι τέτοιο. Δεν έβγαινε. Έτσι κι αλλιώς, τι νόημα είχε. Κι εκατό εκατομμύρια χρόνια να σου δίνανε, πάλι δε θα’ σβηνες ούτε τα μισά « γ…» στον κόσμο. Είναι αδύνατο.»

ο φύλακας στη σίκαλη, J. D. Salinger(μετάφραση Τζένη Μαστοράκη)

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

στους μαθητές μου

Ο μικρός Τζουνέτ έκθαμβος στέκει
Μπρος στου Απόλλωνα τα πικροφόρα ακόντια
Που δέσαν τους Αργίτες
Στο άρμα του χαμού.

Ξωπίσω του κεφάλια παιδικά
Θάλασσες από μάτια
Ψυχές ορθάνοιχτες
Στου Ομήρου τη στρυφνή μαγεία.

Τα μάτια τους
Φωλιές για χελιδόνια που ερημώσαν.
Κρόταλα ηχηρά
Τα σκιάζουνε ολούθε
Κι αυτά αλλόφρονα πετάν
Με μάτια σκοτεινά
Και φτερακίσματα λυγμού.

Εγώ στέκω αντίκρυ τους
Και κάνω τη φωνή και τη ματιά μου
Φλογέρα λιγυρή
Τα σκιαγμένα πουλιά να μαγέψει
Να προσπεράσουν τις σειρήνες του χαμού
Αγέρωχα να’ ρθουν και να κουρνιάσουν
Στις φωλιές τους.

Ο μικρός Τζουνέτ με κοιτά.
Τα χελιδόνια μες στα μάτια του
Μαγνήτες
Έλκουν ευχάριστα την κουρασμένη μου ψυχή
Λίγη απ’ τη λάμψη τους
Της δίνουν.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

στιγμή από σύννεφο

Κάθε στροφή ανοίγει εμπρός της κι ένα θαύμα
κι είν’ η ανάσα της στραφτάλισμα φωτιάς.
Στης λησμονιάς το ξέθωρο άτι ανεβασμένη
καλπάζει με τον ήλιο στα μαλλιά
για την κοιλάδα που’ χει στα έγκατα της νιότης της .

Μια γοργοφτέρουγη αχτίδα η σκιά της
σαν ξαποσταίνει σε μιαν άκρη τ’ ουρανού
προτού κινήσει πάλι για τον ανέκκλητο – θαρρείς – προορισμό της.

Διάλειμμα κάλπικο
Το ξέρουν όλοι
Μα
Ποιος θα τολμήσει να το πει.
Να θρυμματίσει τον ήλιο που –έστω- κρυφά
αχνοφέγγει στα ξανθά της μαλλιά.

Κι έτσι ξανά θ’ αποδυθεί στο πουθενά
Ξανά γερμένη σε κροντήρια ξέχειλα χυμούς αόρατους
θ’ απομυζεί τη νιότη
και θα γελά τον εαυτό της πως υπάρχει αθανασία.

Μια φυσαρμόνικα γερμένη στο κενό η ομορφιά της
με ήχους –λες- φερμένους απ’ αλλού.

Μην την ξυπνάτε.

Κρατήστε την αθώα.

Ρωτήστε την μονάχα τ’ όνομά της
κι αν να τ’ αποκαλύψει δεν καταδεχτεί

μη σκιάζεστε.

Φυλάξτε την μονάχα στοργικά μες στη ματιά σας
κι αφήστε την να κοιμηθεί.

Στιγμή από σύννεφο
Στιγμή από ατόφιο χρυσό στάρι
Στιγμή μονάκριβη.

Δεν είναι άλλο η ζωή από στιγμές
και απ’ ανάσες ξοδεμένες- τάχα- ανώφελα.

Κι αν η στιγμή σας γέλασε
κι αν δεν τη βρήκατε να σας μιλά κατάστηθα,
μη λησμονάτε το κορίτσι
που γέλαγε ανέφελα
κι έκανε τις στιγμές να μοιάζουν ουρανοί
έτοιμοι να χωρέσουν το αιώνιο.

26-9-2007

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

ξόδεμα

Πώς να μιλήσω μέσα μου τη δίψα;

Χώμα ο ουρανός μου ραγισμένο.
Να μην το θέλω
Κι όμως εκεί να μ’ ακουμπάει
Με μάτια κάρβουνο πυρρό
Με νύχια πρόωρα αιχμηρά.

Να σχίζει το πρόσωπό μου τη νύχτα
Και το πρωί
Ξανά μεσ’ απ’ τη μάσκα της θωριάς μου
ν’ αναθρώσκουν
Λόγια καπνού
Με πρόσωπο ακέραιο
Λες
Και λείο.

Πώς να φιμώσω μέσα μου το χρόνο;

Θεριό που κράτησε στα μάτια του το φόβο
Τον σάπισε κουφάρι τρύπιο από παντού
Κρεμασμένο νωθρά στα γερτά μου ματόκλαδα.

Χαράδρες σκοτεινές οι φθόγγοι μου
Αντιλαλούν αλαλαγμένα σκόρπια λόγια
Κι είναι ο αέρας γύρω μου σεντόνι
Κρατημένο σφιχτά στο λαιμό μου.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

σιωπή

Πώς γίνανε τα σ’ αγαπώ
άγονα σχήματα φυγής για καληνύχτα
που ξεπουλιούνται στο σωρό
αβάσταχτης σιωπής ηχώ σ’ άγονη πίκρα.

Πώς χάθηκαν εδώ κι εκεί
τα ανυπόκριτα γιατί άχαρης νιότης
κι αυτό που απόμεινε συρμός
άμορφη μάζα από καπνό
μισές αλήθειες
που ακροβατούν σκοινί λεπτό
καθώς ορμούν σαν αερικό
στου νου τις σφαίρες

κι ανάερα , απόγεια, μυστικά
μου λένε τ’ άστρο αλυχτά
ψάχνει να φύγει
απ’ της νυχτιάς το μυστικό
το αναίτια ακόμα το κλειστό
το φιμωμένο..

Σαν ανυπόταχτα παιδιά
οι αλήθειες τρίζουν
που λίγο- λίγο αδημονούν
για να ξεφύγουν
από τα χάδια της ποδιάς
που όμως τα ζύγωσε κρυφά
αιχμάλωτα τα πήρε..


5-1-2007

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

άτιτλο

Στη φωνή του
Ολάκερη που χώρεσε
Σ’ ένα κανάτι ραγισμένο από σμάλτο
Σιωπήσαν οι καιροί.

Ρικνό το πετσί που τον κάλυψε
Και λέγαν οι άνθρωποι ολοτρόγυρα
Ρυθμικά πως τον ακούσαν ν’ ανασαίνει
Με μάτια ορθάνοιχτα
Και στόμα με σύρμα ραμμένο.

Κι ένα καράβι
Στα σπλάχνα του τον σήκωνε
Κατάρτι καρφώθηκε μεσίστιο
Στα φτερωτά του λόγια
Που φεύγανε κυνηγημένα
Απ’ τα μάτια του
Και λάμπαν φλογερά
Στα πέρατα
Του μαυροσύγνεφου ορίζοντα

Σαν πουλιά
Που τα’ διωξε η μπόρα.

παρερμηνεία

Αυτό το σύρμα που χαράκωσε τον οισοφάγο μου
Κι έφτασε ίσαμε τα σωθικά μου
Και τ’ ανακάτεψε ευχάριστα
Έτσι που
Τα μάτια μου γινήκανε δυο λίμνες από αίμα
Με μικρές εντός τους κηλίδες μαύρου καπνού
Ποιος το κινούσε ;

Εγώ δεν το’ θελα.
Κι ας ορκιζόμουν πως ξέπνοη μ’ άφηνε η απώλειά του
Κι ας στριφογύριζα τα χέρια μου υστερικά.

-πόσο να μοιάζω πια τρελή
για να το δουν οι γύρω μου
πως μίλησα;-

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

συνενοχή

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό..


Εκείνη τη νυχτιά
που ο ήλιος σκιάχτηκε
και βάφτηκε σταχτής
Έγερνα ολοένα προς το χώμα
Με χέρια νερουλά
το υγρό μυαλό μου αναμόχλευα
Οργής κουβέντες εξαρχής
Κανοναρχούσα

Μήπως κεντήσω
τη νωθρή μου φύση
Αιώνες τώρα
που διδάχτηκε να λέει
« μακριά από με
κι ας γίνουν όλα στάχτη.»

Κι ήταν εκεί
ένας πέτρινος κήπος
ένοχος
που κυλίστηκε
μες σε ποτάμια λάσπης

Κι ήμουν εκεί
μια πεταλούδα από χώμα
τα φτερά της που καψάλισε
μες σε ποτάμια λάβας
και κούρνιασε στη χούφτα του εχθρού της
ευγνωμονούσα.

δημοσιεύτηκε στο poema

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

κι ύστερα ήρθε η σιωπή

Κι ύστερα ήρθε η σιωπή
σφηνώθηκε στη νοτισμένη μνήμη σου
πότισε τις σκιές με σύγνεφα θρυμματισμένα
σε θραύσματα νιφάδες κάτασπρες.
Είχαν οι σκιές ζαρώσει στις γωνιές μιας θλίψης
που’ χε ντυθεί το άχρωμο.
Μα σαν τις τάισε το σύννεφο
αρχίσαν –λες- πνοή να παίρνουν
ζωή ν’ ανασαίνουν
ξεκολλήσαν απ’ τις άραχλες γωνιές
κι άρχισαν να τραγουδούν
με φρίκη κι αναγάλλια – λες- μαζί
το τραγούδι τους
το τραγούδι της σιωπής
το τραγούδι της θάλασσας.

Μυστικά προαιώνια αρχίσαν
ν’ ανασαίνουν μουσικές
χωράφια ατέλειωτα οργώνονταν
στο νου του ανθρώπου
κι ένα μικρό παιδί
που’ χε για πάντα κοιμηθεί
στις κόχες του μυαλού σου
άρχισε πάλι να γελά
με γέλιο μουσικό
κελαρυστό
ατόφιο.

« Μου μίλησε η θάλασσα .»
είπες και σώπασες.
Μα έχουν να λεν
αυτοί που σ’ είδαν καταπρόσωπο
πως η ματιά σου είχε πια μια λάμψη απόκοσμη
και τα δυο χείλη σου σφίγγονταν
σαν να’ σουνα στο χείλος της αβύσσου
και – προπαντός – σαν να το γνώριζες καλά
μες το πετσί σου.


25-7-2006

για σένα μοντεκρίστο

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

προσευχή

Δεν ξέρω τι ν’ ακουμπήσω εντός σου
Μαρμαρωμένη στο τέμπλο σου
Κοιτώ τα μικροσκοπικά σου μάτια
Κι είν’ η ματιά σου αμάλγαμα φωτιάς
Που με αλώνει

Χριστέ μου

Κύματα εισβάλλουν
Απρόσκλητα εντός μου
Με κατοικούν
Και με ελαύνουν

Μυρμήγκια ηλεκτρικά
Τη σπασμένη ραχοκοκαλιά μου
Ψηλαφούν

Τρυπώνουν
Στους ανοιχτούς της πόρους
Με ακκίσματα
Και μειδιάματα ειρωνικά

Ο πόνος
Γιγάντιο
Σαδιστικό ερπετό
Στη ραχοκοκαλιά μου
Σφηνωμένος.

Αν η κραυγή μου έβγαινε απ’ τα σπλάχνα
Πέτρα να εκτοξεύσω το θυμό μου
Πελταστής να γείρει του πόνου..

Κι Εσύ Χριστέ μου
Να κοιτάς
Τόσο αγέρωχα μονάχος.

Μονάχα λίγο απ’ το φως σου ζήτησα
Ν’ αλείψω την ταλαίπωρη όψη μου
Την εκ γενετής αλλοπαρμένη μου ψυχή
Να γαληνέψω..

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

πένθους εραστής

Θα’ ρθούν
Τρικυμισμένα θα μιλούν
Λόγια στυφά θ’ αγρεύουν
Φύλλα
Σ’ ένα Φθινόπωρο κραυγής.

Θα τα σωριάζουν μυστικά
Στο βυθό τους
Τακτικά προπαντός
Ένα ένα
Σαν να φυλλομετρούν ένα σκοτάδι σύννεφο.

Θα’ ναι το δέρμα τους πετσί σκληρό
Τα πόδια τους λιγνά
Το βλέμμα αιματόχτιστο.

Κι εσύ
Μια ακίδα στη φτέρνα τους
Με τα χαζόγελά σου
Και με τις εθελούσιες τσιριμόνιες.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

μοναχικός σκατζόχοιρος

Ένας αϊτός ο χρόνος
Τα αιμοβόρα νύχια
Στο συκώτι μου κάρφωσε.

Τα μάτια του στάζουν φωτιά
Γιγάντιες φτερούγες σκοτεινές
Φυλλομετρούν
Τις μέρες.

Μα γω
Δεν είμαι Προμηθέας
Να βαστάξω
Αγέρωχα τα μάτια να στυλώσω
Στο Δία
Μ’ απειλές.

Ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος είμαι
Μονάχα που
Τ’ αγκάθια μου
Ανάποδα φυτρώνουν
Και
Σπαράσσουν τις σάρκες μου.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Νικολάι Σταβρόγκιν

Μια αληθινή αποκάλυψη για μένα στάθηκε ένα μυθιστόρημα που έγραψε ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι το 1871, ένα έργο ξεκάθαρα πολιτικό, ιδιαίτερα προφητικό για την εποχή του και τόσο επίκαιρο σήμερα.
Οι δαιμονισμένοι ο τίτλος του ή αλλιώς οι δαίμονες όπως το είχε τιτλοφορήσει ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι.

Και σε μια εποχή όπως αυτή ,που μας έχουν κατακλύσει κάθε λογής δαίμονες, οι εκδόσεις Ίνδικτος επιλέγουν να το φέρουν και πάλι στο προσκήνιο με μια έκδοση-κόσμημα.

Έχω διαβάσει κάποια έργα του Ντοστογιέφσκι. Ο ωμός ρεαλισμός του με ελκύει τόσο ,που οι χαρακτήρες του συντροφεύουν τις σκέψεις μου σαν να πρόκειται για πρόσωπα υπαρκτά στη ζωή μου. Ίσως όμως να πρόκειται και για μια παραξενιά που μου κόλλησε από παιδί, τότε που πραγματικές φίλες είχα ελάχιστες και με συντρόφευαν οι ήρωες των βιβλίων. Ευτυχώς για μένα στην πορεία άλλαξα..

Στους δαιμονισμένους όμως δεν είδα μόνο έναν συγγραφέα ικανό να πλάσει αληθινούς ήρωες αλλά και έναν διανοητή που στέκει πιο πάνω από την εποχή του και με προφητική οξυδέρκεια προβλέπει όχι μόνο όσα ακολούθησαν στη δική του Ρωσία, αλλά και όσα ζούμε εμείς σήμερα στη δική μας Ελλάδα.

Έχω επίγνωση ότι αδικώ τους δαιμονισμένους, αν σταθώ μόνο στην πολιτική τους διάσταση. Πρόκειται για ένα έργο που ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή φτάνοντας σε βάθη δυσθεώρητα.

Ο Νικολάι Σταβρόγκιν, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένα πρόσωπο τραγικό , που βιώνει μέσα του το απόλυτο κενό της πλήξης και του συναισθηματικού μαρασμού. Ένας άνθρωπος ικανός για το απόλυτο καλό, αλλά και για το απόλυτο κακό. Ταυτόχρονα όμως κι ένας άνθρωπος διχασμένος. Η ψυχή του έχει ανάγκη να πιστέψει με όλη της τη δύναμη στο θεό, σ’ ένα καλύτερο μέλλον , στην αθωότητα του ανθρώπου. Το μυαλό του όμως – είναι δαιμονικά έξυπνος από παιδί- δεν του επιτρέπει να ζει με αυταπάτες. Κι αυτή είναι η αιτία της δυστυχίας του. Μένει ανέστιος, δίχως ηθικά ερείσματα. Και πού να στηριχτεί, όταν δεν μπορεί να πιστέψει στον άνθρωπο;

Βρίσκει καταφύγιο σ’ έναν κυνισμό αυτοκαταστροφικό. Βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ – με ηδονισμό όπως ο ίδιος παραδέχεται- σε μια ζωή εσκεμμένα ανήθικη, προκαλώντας τον εαυτό του σ’ έναν αγώνα ολέθρου, με τραγική κατάληξη την αυτοκτονία του. Μα μέσα του υπάρχει η φλόγα που τον καίει και τον σιγοτρώει, η φλόγα που εγώ τη λέω « ανθρώπινη ουσία» και άλλοι μπορεί να την πουν «συνείδηση».

Κι εδώ κρύβεται όλη του η τραγικότητα.

Και σε κάτι ακόμη: στην αδήριτη ειλικρίνειά του. Μια ειλικρίνεια ανελέητη.
Τον βλέπουμε να μαστιγώνει τον εαυτό του και τους γύρω του με το γυμνό του βλέμμα, με λόγια και πράξεις ολότελα απογυμνωμένες από προσποίηση. Δεν καταδέχεται να κρυφτεί πίσω από οποιοδήποτε ψέμα, με τίμημα την απόλυτη δυστυχία.
Μοιάζει να είναι ο μόνος που κατάλαβε. Και στέκει πάνω απ’ όλους τους άλλους ήρωες του έργου, τη μητέρα του, το δάσκαλό του, τις τρεις γυναίκες που θανάσιμα τον ερωτεύτηκαν και τέλος τον αμοραλιστή Πιότρ Βερχοβένσκι. Τους κοιτά με υπεροψία και πόνο , ίσως και γνήσια λύπηση.
Και είναι μόνος.

Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα , ο ομώνυμος σοφιστής υποστηρίζει:

« Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι άδικος μπροστά σε άλλους ανθρώπους , τον θεωρούν τρελό και προσπαθούν να τον συνετίσουν.»

Και πιο κάτω:

« Το να πεις την αλήθεια για τον εαυτό σου όταν είσαι άδικος , θεωρείται ξεκάθαρη τρέλα.»

Σ’ αυτήν ακριβώς την τρέλα υποπίπτει ο Σταβρόγκιν.
Αρνείται να μιλήσει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πέρα απ’ αυτήν της αλήθειας.
Και ταυτόχρονα βγάζει τη γλώσσα στα κατά συνθήκην ψεύδη που επιβάλλει η κοινωνική συναναστροφή.


Βλέπουμε τρία τέτοια δείγματα ωμής ειλικρίνειας:

1. Στη λέσχη, σε μια παρέα σεβάσμιων προσώπων , δε διστάζει να σύρει απ’ τη μύτη –κυριολεκτικά- τον Γκαγκάνοφ « άνθρωπο ηλικιωμένο και με μεγάλη προσφορά στην πατρίδα, που όμως είχε την άκακη συνήθεια να λέει κάθε δεύτερη λέξη : «όχι, δε θα με σύρουν εμένα από τη μύτη.»

2. Ο Λιπούτιν, που στέκει στον αντίποδα του Γκαγκάνοφ- άνθρωπος που δεν ανήκει στην υψηλή κοινωνία, αντίθετα θα τον δούμε αργότερα να πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια ανατροπής του κατεστημένου ως μέλος επαναστατικής οργάνωσης- τον καλεί στο σπίτι του, εκλαμβάνοντας την προσβολή του αξιοσέβαστου Γαγκάνοφ ως επαναστατική πράξη.

Τι κάνει εκεί ο Σταβρόγκιν;
Μπροστά σε όλους τους παρισταμένους αγκαλιάζει και φιλάει παθιασμένα τη γυναίκα του οικοδεσπότη.

3. Ο ίδιος ο νομάρχης επιχειρεί να τον συνετίσει.

« Πείτε μου, τι είναι εκείνο που σας ωθεί σε τέτοιες ασύδοτες ενέργειες, έξω από κάθε αποδεκτό όριο; Τι μπορεί να υποδηλώνουν τόσο ανάρμοστες , παραληρηματικές θα έλεγα πράξεις;» Τον ικετεύει ν’ απαντήσει.

« Ε, λοιπόν, θα σας πω τι με ωθεί.» Σκύβει στο αφτί του νομάρχη, αρπάζει με τα δόντια του το πάνω τμήμα του αφτιού του και το δαγκώνει με όλη του τη δύναμη.

Εκείνο που κάνει εντύπωση στην περιγραφή του Ντοστογιέφσκι είναι ο παιγνιώδης και ανάλαφρος τόνος της αφήγησης. Σαν να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, αποστασιοποιημένος πλήρως απ’ το γεγονός που περιγράφει.

Μας παρουσιάζει έναν χαρακτήρα πλήρως απαθή μπροστά στη γνώμη των άλλων. Ο Σταβρόγκιν δεν παραβιάζει τους κοινωνικούς κανόνες για να προκαλέσει. Δεν τον ενδιαφέρει να διαμαρτυρηθεί για τίποτα ..Ή μήπως διαμαρτύρεται υποσυνείδητα ενάντια σ’ αυτήν ακριβώς την έλλειψη αντίδρασης; Και λέω υποσυνείδητα γιατί μοιάζει να αφήνει το ένστικτό του να τον κατευθύνει , καθώς δεν πιστεύει σε τίποτα άλλο.

Και μένει μόνος.

Μόνο ένας άνθρωπος καταφέρνει να κοιτάξει μέσα στην ψυχή του, ο Τύχων ο μοναχός. Σ’ αυτόν εξομολογείται το φριχτό έγκλημα που τον βασανίζει, την αποπλάνηση ενός νεαρού κοριτσιού που το οδήγησε στην αυτοκτονία.

Και στην απορία του για την ψυχραιμία με την οποία ο μοναχός αντιμετωπίζει το έγκλημα , αυτός απαντά:

«Δεν σας κρύβω τίποτα. Με τρομοκράτησε η μεγάλη κούφια δύναμη που μεταβάλλεται εσκεμμένα σε προστυχιά. Όσον αφορά αυτό καθαυτό το έγκλημα ,ε, πολλοί υποπίπτουν στο ίδιο αμάρτημα , αλλά ζουν εν ειρήνη με τη συνείδησή τους και εν ηρεμία γενικώς , θεωρώντας τα μάλιστα όλα αυτά αναπόφευκτα παραπτώματα της νιότης. Υπάρχουν και γέροντες που αμαρτάνουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και μάλιστα με ανακούφιση και ευθυμία. Ο κόσμος είναι γεμάτος από τέτοια φρικτά πράγματα. Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος, πράγμα που συμβαίνει πολύ σπάνια σε παρόμοιο βαθμό.»


«Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος»

Να πού έγκειται η τραγικότητα του Σταβρόγκιν: στην ατελέσφορη προσπάθειά του να αποτινάξει από πάνω του την
« ανθρώπινη ουσία» του, στην «κατάρα» αυτήν που τον στοίχειωνε από μικρό παιδί και τον έκανε να νιώθει το βάθος των πραγμάτων , επομένως και τη ματαιότητα τους. Πολύ νωρίς κατάλαβε ότι όλα όσα τον πλήγωναν ήταν μάταια , όπως μάταιος ήταν και ο πόνος του γι’ αυτά.


Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι σημειώνει:

« Πρόκειται για έναν κοινωνικό τύπο, έναν δικό μας τύπο , ρώσικο, του αργόσχολου ανθρώπου , που είναι αργόσχολος, αν και δεν το θέλει , που έχει χάσει κάθε δεσμό με καθετί οικείο και προπάντων την πίστη του, που είναι ακόλαστος από πλήξη, αλλά που ενσυνείδητα καταβάλλει μαρτυρικές προσπάθειες να αναγεννηθεί και να ξαναπιστέψει…Ο άνθρωπος αυτός δεν πιστεύει στην πίστη των απλών πιστών και απαιτεί μια πίστη ολοκληρωτική, απόλυτη, διαφορετική..»

Ας ακούσουμε τον ίδιο τον ήρωα σε μια εξομολόγησή του λίγο πριν το τέλος:

«Δεν ελπίζω τίποτα στο Ούρι. Απλώς πηγαίνω. Δεν επέλεξα επίτηδες έναν σκυθρωπό τόπο. Με τη Ρωσία δε με δένει τίποτα, εδώ όλα μου είναι ξένα, όπως και παντού. Στ’ αλήθεια εδώ μου άρεσε να μένω λιγότερο από οπουδήποτε αλλού. Αλλά ακόμα κι εδώ, δεν μπόρεσα να μισήσω τίποτα..»

« Ξέρετε άραγε ότι ακόμα και τους δικούς μας μηδενιστές τους κοίταγα με κακία, από ζήλεια για τις ελπίδες τους; Όμως αδίκως φοβόσασταν :δεν μπορούσα να είμαι σύντροφός τους , διότι δε συμμεριζόμουνα τίποτα.»

« Ακόμη και η άρνηση δεν ξεχείλισε. Όλα πάντα ήταν ρηχά και νωθρά..»

« Ξέρω ότι πρέπει να σκοτώσω τον εαυτό μου, να με σβήσω από προσώπου γης σαν ενοχλητικό έντομο. Αλλά φοβάμαι την αυτοκτονία , γιατί φοβάμαι να επιδείξω γενναιοψυχία. Ξέρω ότι αυτό θα είναι μια ακόμα εξαπάτηση , η τελευταία εξαπάτηση σε μια ατέλειωτη σειρά από εξαπατήσεις. Ποιο το όφελος να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, μόνο και μόνο για να το παίξεις μεγαλόψυχος; Για μένα δεν μπορούν να υπάρξουν αγανάκτηση και καταισχύνη. Ως εκ τούτου και απόγνωση.»

Ο Σταβρόγκιν είναι ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος και αυτή του η αλλοτρίωση τον συνθλίβει. Απ’ αυτήν την άποψη είναι ένας απόλυτα σημερινός άνθρωπος.


δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

οι δαιμονισμένοι, Φ. Ντοστογιέφσκι

…συλλογικός εκνευρισμός, κάτι ασίγαστα εχθρικό. Είχες την αίσθηση ότι οι πάντες είχαν βαρεθεί τα πάντα, φρικτά. Επικρατούσε ένας γενικός ανερμάτιστος κυνισμός, κυνισμός βεβιασμένος, προσποιητός.
…..

Στην ταραγμένη περίοδο των ταλαντεύσεων ή της μετάβασης, πάντα και παντού, κάνουν την εμφάνισή τους τέτοια ανθρωπάκια. Δεν μιλάω για τους αποκαλούμενους «προοδευτικούς», οι οποίοι σπεύδουν παντού πριν από όλους τους άλλους, αν και πολύ συχνά με τον πιο βλακώδη, έστω και συγκεκριμένο λίγο ως πολύ στόχο. Όχι, μιλάω μόνο για τα καθάρματα. Τα καθάρματα ,που υπάρχουν σε κάθε κοινωνία, στις μεταβατικές περιόδους σηκώνουν κεφάλι, κι όχι μόνο χωρίς λόγο, αλλά και χωρίς καν ένδειξη ελάχιστης σκέψης, εκδηλώνοντας απλώς έντονη νευρικότητα και αδημονία.

Στο μεταξύ, τα καθάρματα αυτά , χωρίς να το συνειδητοποιούν, γίνονται σχεδόν πάντα υποχείρια αυτής της μικρής χούφτας των « προοδευτικών», οι οποίοι, ενεργώντας με συγκεκριμένο στόχο, κουμαντάρουν αυτό το σκουπιδαριό όπως θέλουν , φτάνει μόνον να μην είναι τελειωμένοι ηλίθιοι , πράγμα που , εδώ που τα λέμε, συμβαίνει επίσης.

…..

Τα πιο συνετά μυαλά της πόλης μας εκπλήττονται τώρα με τους ίδιους τους τους εαυτούς : πώς λάθεψαν τόσο; Δεν ξέρω σε τι συνίστατο η δική μας εποχή των ταραχών και από τι σε τι γινόταν μετάβαση, μα και κανένας , νομίζω, δεν ξέρει, εκτός ίσως από κάποιους επισκέπτες που έβλεπαν τα πράγματα απ’ έξω.

Στο μεταξύ, τα πιο ποταπά ανθρωπάκια απόκτησαν βάρος κι εκεί που πριν δεν τολμούσαν ν’ ανοίξουν ούτε το στόμα τους , άρχισαν να κριτικάρουν μεγαλοφώνως καθετί ιερό, ενώ οι κορυφαίοι , που ίσαμε τότε είχαν αισίως το πάνω χέρι, άρχισαν ξαφνικά να τους ακούνε και να σιωπούν. Και κάποιοι άλλοι υπομειδιούσαν αισχρότατα.

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ, Φ.ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ
μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου
εκδόσεις Ίνδικτος

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

σιωπή

Κάθε φορά που η προσμονή με καρφώνει στο κύμα
και μοιάζει απέθαντη η αγάπη
που μου μοίραν’ ο καιρός
έρχεται μι’ αναπνοή γεμάτη πάγο

κρύσταλλοι βρόχινοι αναπνέουν μέσα στη σκέψη της νυχτιάς
που απόμεινε νυχτιά
σα να τη μάγεψε το δείλι
σα να την κράτησε όμηρο μιας πίκρας παντοτινής.

Πούθε να γείρουμε;

Με ρώτησες

Κι έγειρα το κεφάλι νικημένη

Πια τίποτα δε μοιάζει αληθινό
Πέρα από τη σιωπή

Κι ίσως γι’ αυτό μοιάζουν να κλαίνε οι λέξεις μου
Κλάμα βουβό
Σαν το τραγούδι του πουλιού
Προτού αμετάκλητα σιωπήσει.

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

ιερή μελαγχολία

Ο Στεπάν Τροφίμοβιτς είχε καταφέρει να αγγίξει
τις βαθύτερες χορδές της ψυχής του φίλου του
και να προκαλέσει μέσα του την πρώτη,
απροσδιόριστη ακόμα,
αίσθηση της προαιώνιας, ιερής μελαγχολίας
που οι εκλεκτοί ,
άπαξ και τη δοκιμάσουν
ή τη γνωρίσουν μια φορά,
δεν θα την ανταλλάξουν ποτέ με την εύκολη ικανοποίηση.



ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ
οι δαιμονισμένοι

Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

το χνώτο του ανέμου

Τον άνεμο τον στρίμωξαν
σε δυο φτερά από καημό και προσμονή.
Καρφωμένα τα νιώθεις στους ώμους
καιρό τώρα.

Στιγμές
βαρίδια σε κρατούν στο χώμα
τόσο σφιχτά
που με μεγάλη βία κατορθώνεις
την όψη σου να δείξεις
όταν πρέπει.

Στιγμές
φλόγες σου γλείφουνε το νου.
Αρπάζουν τα φτερά
και τα χτυπούν με βία.
Και κρύβεις τα μάτια σου κατάχαμα
να μην ακούσεις.

Δεν είσαι συ για πέταγμα.
Τέτοια τερτίπια σ’ έχουν μάθει ν’ αποστρέφεσαι.

Και σέρνεσαι ολοένα μες στους άλλους
κι αποζητάς το συρφετό τους
και το χνώτο τους
μήπως κρυφτείς απ’ την κραυγή
που σε τυλίγει.

Είναι βαρύ πολύ το χνώτο του ανέμου
κι οι πλάτες ισχαιμικές
και το μυαλό μπαϊλντισμένο
απ’ τα πολλά
κι εσύ μονάχα ένας σβόλος από χώμα
καρφωμένος ενοχλητικά
στην αέναη του χρόνου τσουγκράνα.

δημοσιεύτηκε στο ποιείν

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Κεβριόνης

Άμοιρε Κεβριόνη
Ποιος να σου το’ λεγε
Πως η κραυγή σου όταν άφηνες
Ως βουτηχτής
Το θρόνο το λαμπρό σου
Θα γένονταν περίγελος
Σε χείλη σκληρά

Και το ωραίο σου μέτωπο
Συντρίμμια
Θα κείτονταν άθυρμα
Σε μάτια στη βία εθισμένα

Άμοιρε Κεβριόνη
Αιώνες μετά
Ποιος να σου το’ λεγε
Μέσα σε αίθουσες πνιγμού
Η μακάρια λήθη σου
Πως θα γινόταν
Θέμα πνιγηρών εξετάσεων.

δημοσιεύτηκε στο poema

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

ονειροφαντασιές

Ναυαγοί σε μι’ ανώφελη δίνη
καρφωμένοι στου κυμάτου την απρόσιτη αύρα
στεκόμαστε με βλέμμα πικραμένο.

Μα τα χέρια μας
- αχ τα χέρια μας-
μάς τα κρύβει ομίχλη
κι αυτά μονάχα τους χαράσσουν μοίρες ορφανές
σε πλάκες
απ’ αρχής φτιαγμένες
για να σπάσουν.

Ονειροφαντασιές , θα μου πείτε
Λόγια αλόγων όντων
Φριχτά απατημένων
Σκαιά νικημένων.

Ονειροφαντασιές , θ’ απαντήσω
Απλά και μόνο
Ονειροφαντασιές.

Κι όσο για την πλάνη..
Μα πλανημένος δε γεννήθηκεν ο άνθρωπος
Εξαρχής –λες- φτιαγμένος να ρωτά
Τον τρόπο τείχη να χτίσει κραταιά
Τη γύμνια του ν’ αντέξουν;

δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

πετράδια σπασμένα

Να βρω την άκρη στα σύρματα τούτα
Που κουβαριάστηκαν εντός μου
Αμείλικτοι δείκτες συνενοχής
Αν όχι ευθύνης.

Και με κρατούν σφιχτά απ’ τους καρπούς
Με ρόδινες τριχιές.

Πότε -πότε
Μου μιλούν
Μ’ αποστροφή
Που ηθελημένα αγνοώ:

« Ξέρεις ,
φαντάζεις γελοία δω πάνω
μόνο που το ξέρεις καλά αυτό.
H γελοιότητα είναι σαν τσίχλα
πρώτα σου κολλάει
στα λεπτότριχα μαλλιά
κι ύστερα καταριέσαι τον εαυτό σου
που επέτρεψες στις τρίχες να σε μολύνουν»

Να βρω την άκρη στα νήματα τούτα
Και μου χαράξαν στην όψη
Ένα μονίμως ιδιόρρυθμο χαμόγελο
Ξεχειλωμένο από παντού
Και μια ματιά πετράδια σπασμένα γεμάτη.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

μια σφαίρα αιωρείται μες στη θλίψη μου

Μια σφαίρα αιωρείται μες στη θλίψη μου.

Έχει το χρώμα της σιωπής
αυτό το ακαθόριστα θαμπό γυαλί
με τη μικρή χαραγματιά αδιόρατα να το κυκλώνει
σαν ανάσα θανάτου να το ζώνει
με οδύνη ακριβή.

Μια μικρή σφαίρα λάμνει στα μάτια μου
σε λίμνη ατάραχη από λάσπη.
Έχει το χρώμα τ' ουρανού
σαν μεθυσμένος ξερνάει χρώματα κόκκινα και βυσσινί.
Έχει το χρώμα του βυθού
αυτό το σκούρο πράσινο
με φύκια που θανατερά μπλέκονται στα πόδια σου
και σε τυλίγουν σ’ εφιάλτες παιδικούς.
Έχει το χρώμα της κραυγής
που ξύνει τους κροτάφους μου
σαν σφίγγω τα δόντια ξανά και ξανά
κι αυτή γραπώνεται μέσα μου
κι αργόσυρτα αμολά το μοιρολόι της.
Κραυγή που’ χει τα χρώμα του κενού
τυλίγεται ολάκερη σε μια σφαίρα σιωπής..

Αν το κατάφερνε να θρυμματίσει τη γυάλινη σιωπή της
να δραπετεύσει..

Μα η ζωή του ανθρώπου
μοιάζει μια σφαίρα που αέναα κυλά
και δεν προφταίνεις τη φαιδρή της όψη να χορτάσεις.

Η σφαίρα είναι σκληρή
υποταγμένη σε αδήριτους της φύσης νόμους
τη στρογγυλάδα της ποιος θε να σπάσει
να την κρατήσει για λίγο στο κόκκινο στο γαλανό και στο καθάριο
προτού κυλήσει πάλι
στην πίσσα του ουρανού
και στο βυθό της θλίψης
με τα θανατερά τα φύκια

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

παραμιλητό

Με μας ξεσυνερίζεσαι
Αστεία λέμε
Για να περάσει η ώρα

Τα χέρια μας βέβαια όλο και λιγότερο κοιτάμε
όσο περνούν τα χρόνια
μας πιάνει μια κούραση ψυχική
κάθε που ακούμε για πολέμους
και φτώχεια και άλλα τέτοια στενάχωρα πράγματα

και τα παιδιά μας στέκουν δίπλα μας
μαγνήτες

τα μάτια τους
μάς μοιάζουν φυλακή
που εντός της κλείστηκαν πουλιά
και κρώζουν μανιασμένα
πουλιά με τις φτερούγες ματωμένες
και τα μάτια τους πνιχτά
μπίλιες φωσφόρου
που έσβησε
κάπου στη μέση.

Μα
τι να σου κάνουμε κι εμείς;
τι να σου πούμε;

Μας ψαλιδίσαν τη φωνή
και τα πουλιά ακόμη έρχονται τις νύχτες
και μας ταράσσουν τα όνειρα.

Μη μας ξεσυνερίζεσαι.

Σου είπαμε
αστεία λέμε
η ώρα να περνάει.

Βέβαια στα μάτια των παιδιών μας
βλέπουμε τα πουλιά
και κρώζουνε θλιμμένα

και είναι κρίμα
τόσο στ’ αλήθεια κρίμα
αυτή την άνοιξη που πέθανε
να μη μπορέσουμε να τους θυμίσουμε.

Ποιος έχει χρόνο για ιστορίες τώρα πια
και για φωτιές και για θυσίες και για τρελούς
που μανιασμένοι στις φλόγες ρίχνουνται,
ποιος έχει χρόνο μες στα μάτια μας
τον ίσκιο της σιωπής του ν’ αποθέσει.

Αν ήταν για κραυγές κι εύσημα της νίκης τους
θα σπρώχνονταν τριγύρω μας μιλιούνια οι γνωστοί
να μας θυμίσουν τη λαχανιασμένη ανάγκη τους
για επαίνους και άλλα τέτοια ηχηρά.

Μα τώρα
τώρα που αστεία λέμε
η ώρα να περνά,
ποιος τάχα θε να μας ζυγώσει;

Βαρύγδουπα ποθούν να τους απευθύνονται οι άνθρωποι
Τ’ αστεία τους τρομάζουν .

Γι’ αυτό
Το μόνο που ίσως όλοι σας νιώσετε
Είναι τούτο:

Οσφυοκάμπτες
Άκομψα
την πλάτη μας εκλίναμε
γι’ αυτό τα μάτια μας να τ’ αντικρίσετε
μην το ζητάτε`
πλάτες βουβές
να σας μιλήσουν δεν μπορούν.

Kι εν τέλει
νομίζω
απ’ την αρχή ξεκαθαρίσαμε:

αστεία λέμε
η ώρα να περνά.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

προσμονή

Πόσα ποτάμια μας κυκλώσαν λάβα κόκκινη
Ηλεκτρισμένα νήματα ο φόβος μας κρατά
Σκιές τριγύρω από την όχθη
Να εκλιπαρούν με μάτια γλάρου
Να σέρνονται

Οσμή του φόβου
Τανάλια θα συνθλίψει τους κροτάφους
Μάτια κόκκινα
Απ’ την άχαρη αγρυπνία.

Κι εσύ βουβά να γέρνεις το κεφάλι
σβησμένο κύμα
και μονάχος να μιλάς:

“Αν το δυνόμουνα ν’ αλώσω το φαράγγι της σιωπής
να ξεκοιλιάσω τη βουβή ματιά
αυτή τη χάντρα που γυάλινη σαλεύει
μέσ’ απ’ τον καθρέπτη `

κάποτε οι θεοί ενοικούσαν σε θνητούς
γάργαρο αστείο η ματιά τους
κι ο Προμηθέας καταριότανε
τον ίδιο τον πατέρα των θεών

τώρα μοιάζει η φωνή μου αστείο αταίριαστο
μανδύας γελωτοποιού
άσμα νεκρίκιο ντύνει
σ’ ένα γράμμα που απόμεινε κενό
και μια ηχώ που όλο μέσα μου επιστρέφει:

μας ξεχάσαν οι λέξεις
μας αλώσαν τα χρόνια
πια μονάχα εικόνες μας μένουν
και μια γερμένη εμμονή
μας ψιχαλίζει τη σιωπή με κεντρί υπόγειο.”

Όλη μας η ζωή κουλουριασμένη σε μιαν όχθη
Κι ο ποταμός ολόγυρα μας κλείνει
Κόκκινη λάβα ο φόβος αλυχτά.

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

άστοχα

Πετράδι καρφώθηκε βαθύσκιο
Στων ματιών σου το χάραμα

Κι εγώ
Με μια βελόνα
Τρυπώ τα μάτια σου

Η κυανή τους λάμψη
Θαμπό γυαλί
Βουβό
Πάχνη τυλίγει με

Τα μάτια σου τρυπώ

Μήπως τα νιώσεις

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

οι απόψεις ενός κλόουν

Οι απόψεις ενός κλόουν, Χάινριχ Μπελ, μετάφραση : Τζένη Μαστοράκη

Από την Πρώτη Δημοτικού ,που κατέκτησα την τέχνη της ανάγνωσης και βυθίστηκα στον κόσμο των βιβλίων , μέχρι σήμερα,τριάντα χρόνια μετά, έχω διαβάσει κάμποσα βιβλία.

Με τον ήρωα όμως του Χ. Μπελ έχω ταυτιστεί τόσο πολύ που ειλικρινά ζηλεύω τον εμπνευστή του .

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

« Ο Χανς Σνηρ, γόνος πλούσιας και ισχυρής οικογένειας , εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, αηδιασμένος από την ψευτιά και την υποκρισία των δικών του και των «ισχυρών» που τους περιστοιχίζουν, και διαλέγει το μόνο επάγγελμα που τον αντιπροσωπεύει : γίνεται κλόουν , δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη κι έχει μαζί του τη Μαρί, την πρώτη και μοναδική του αγάπη. Έπειτα από έξι χρόνια δύσκολης συμβίωσης, η Μαρί τον εγκαταλείπει για να παντρευτεί έναν σπουδαίο παράγοντα του γερμανικού καθολικισμού κι ο Χανς , που δεν καταφέρνει να την ξεπεράσει, κατρακυλάει σταθερά. Ζητιάνος πια, θα καταλήξει στα σκαλιά του σιδηροδρομικού σταθμού της Βόννης , περιμένοντας τη Μαρί να επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της.»

Αφηγητής ο ίδιος ο Χανς, σ’ έναν σπαρακτικό εσωτερικό μονόλογο .

« Είμαι κλόουν, επίσημα δηλώνω «κωμικός» , δεν καταβάλλω τον οβολό μου σε καμιά εκκλησία, έχω κλείσει τα είκοσι επτά κι ένα απ’ τα νούμερά μου λέγεται
« Αφιξαναχωρήσεις» ,μια παντομίμα ( ίσως υπερβολικά) μακράς διαρκείας, που κάνει τον θεατή να μπερδεύει την άφιξη με την αναχώρηση.»


Η δράση παραμένει εσωτερική σε όλη τη διάρκεια του έργου. Μοναδική σκηνή που εκτυλίσσεται ζωντανά είναι η επίσκεψη που δέχεται ο Χανς από τον πατέρα του, που όμως κι αυτή διακόπτεται από σκέψεις του ήρωα .

Γιατί με άγγιξε τόσο αυτός ο ήρωας;

Γιατί είναι ένας γνήσιος θνητός, χωρίς αυταπάτες, αυτοσαρκαζόμενος μονίμως , με χιούμορ ιδιαίτερα ευφυές, ένας κλόουν που σαρκάζει τη μοίρα του, που δεκανίκια δεν καταδέχεται ..

Και ταυτόχρονα κρύβει στα λόγια του μιαν απύθμενη τρυφερότητα για τον άνθρωπο γενικά, μιαν επιείκεια γεμάτη μεγαλοψυχία ..

Στηλιτεύει την υποκρισία ,τη ρηχότητα σκέψης και την αυταρέσκεια και ταυτόχρονα στέκεται απέναντι στους ανθρώπους που την εκπροσωπούν μ’ ένα χαμόγελο μισάνοιχτο ,το χαμόγελο του κλόουν που το νιώθει πόσο δύσκολο είναι να είσαι άνθρωπος, μόνιμα στριμωγμένος στις συμβάσεις σου και στα δεσμά σου και στην τύφλα σου..

Στις σκέψεις του μα και στον τρόπο που ενεργεί ,διακρίνεις μιαν αυθεντικότητα ολότελα απροσποίητη, μια στάση ζωής που συνεχώς βγάζει τη γλώσσα αυθαδιάζοντας στους κάθε λογής ηθικολόγους που η σκέψη τους ζέχνει αμοραλισμό, στους κάθε λογής ημιμαθείς που πουλάνε τη « μόρφωση» και« καλλιέργειά» τους στα σαλόνια, στους κάθε λογής αλλοτριωμένους που έχουν χάσει το βλέμμα τους.

Στο τέλος καταλήγει ζητιάνος στα σκαλιά του σιδηροδρομικού σταθμού της Βόννης, ένας κλόουν με το πρόσωπό του κρυμμένο πίσω από άπειρα στρώματα λευκής μπογιάς , να τραγουδά ένα αυτοσχέδιο σατιρικό τραγούδι και να βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα σε όλους τους εκπροσώπους του καθωσπρεπισμού και της τάξης. Ένας αυθεντικός επαναστάτης , ένας γνήσιος αντικομφορμιστής , ένας αληθινά λεύτερος άνθρωπος.


δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

γυμνές πατούσες

Γυμνές πατούσες
Περπατούν πάνω στο άδειο κι άγριο πλακόστρωτο
Μέσα στα τόσα άλλα πόδια
Φαντάζουν όμορφες
Προκλητική η γύμνια τους
Φωνάζει
Γι' αυτού του κόσμου
Την αφόρητη αηδία
Κι αποφορά
Μαρτυρίες γυμνές της αλήθειας
Τα μαύρα αυτά χνάρια στο χώμα που αφήνουν
Μου φωνάζουν , μου κλείνουν το μάτι ειρωνικά
Μου γελούν
Περπατούν με μιαν αυτάρκεια
Που θα 'λεγες αγγίζει την ευτυχία
Δυο γυμνές πατούσες μόνες σ' έναν κόσμο γεμάτο άχρηστα παπούτσια
Δυο γυμνά ποδάρια μόνα σ' έναν κόσμο γεμάτο οσμές από πεταμένα πλούτη
Δυο άγρια μάτια μόνα
Δυο ορθάνοιχτα, λεύτερα μάτια
Με προσπερνούν
Καλά το ξέρουν
Μάτια δεν έχω τριγύρω μου να δω

Από καιρό
Μάτια κανείς δεν έχει για τίποτ' άλλο
Παρά για το τομάρι του.

Μέγιστη πλάνη

Βάδιζα σ' ένα καλντερίμι στενό
καμωμένο από πέτρα και σύγνεφο.
Κι ήταν φροντίδα μου στην πέτρα πάνω
μοναχά το βάρος μου να ρίχνω.
Γύρω μου σύγνεφα φυγής μ' εκλιπαρούσαν
να τ' αγγίξω.
Μου τάζαν ταξίδια κι όνειρα και λυτρωμό.
Μα μέσα μου το 'νιωθα πως και πάλι
ψέματα λέγαν.
Το' ξερα πάντα πως τα λόγια τα παχιά
δεν είναι να τα εμπιστεύεσαι.

Κι ήτανε δύσκολο πολύ στην πέτρα πάνω μοναχά
τη μοίρα μου να δένω`
μα ο φόβος που μ' αγκίστρωνε
με κράταγε εκεί
δέσμια στη μαύρη γρανιτένια υφή της.

Σχεδόν έκανα πως δεν έβλεπα
τα σύννεφα που ξεπετάγονταν σιμά στην πέτρα.
Μα τα 'βλεπα.
Πώς όχι;
Μέσα μου, ωστόσο, μ' έτρωγε ο φόβος
πως αν το βάρος μου τ' ακούμπαγε
θα λιώνανε σα χίμαιρες του νου.
Κι έτσι δεν πάτησα ποτέ
πάνω στο σύννεφο.
Κι ας το ποθούσα τόσο.

Μ' αυτό που πιο πολύ με θλίβει
είναι που νιώθω πως
και η πέτρα δεν είναι από γρανίτη.
Ποτέ δεν ήταν.
Η σιγουριά μου ήταν που στα μάτια μου
της έδωσε τη στέρεα όψη.

Κι αν στο σύννεφο ποτέ δεν πάτησα
είναι που νόμισα πως το στήριγμα
το βρίσκεις στις πέτρες
ή σε ό,τι αγγίζεις με πόδια , χέρια ή νου`

Μέγιστη πλάνη.

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

τις είπε ποίηση

Μουρμουρητά φυγής αχνίζανε αλλόκοτα
νοσταλγικά, κρυφά, ζωσμένα ολούθε
από την ένταση ενός παράδοξου πυρετού.
Είχε η σιγή μιαν αγωνία που τον κάρφωνε
με ανάσες ασθματικές.
Τις άκουγε μέσα του να ηχούν
στο ρυθμό μιας αέναης φρίκης
που’ σερνε πίσω της σωρό τις προσωπίδες της
χρυσές, με χρώματα κραυγαλέα
όσο και η απελπισία που πότιζε το πετσί του
ηδονικά `
σε μιαν αιώνια εναλλαγή
η ανθρώπινη ουσία του άλλαζε πρόσωπα και προσωπεία
πότε του γέλαγε χλευαστικά
πότε με οπτασίες ουτοπίας τον εκοίμιζε
πότε τον έλουζε με ασίγαστους πόθους`
και βούλιαζε ανήμπορος
στην πιο μύχια κόχη της σκέψης του,
τη στάχτη πάσχιζε να διυλίσει με δυο τρύπιες χούφτες,
ανάσαινε καπνό και λήθαργο
οι εμμονές του μείναν μόνες και φτωχές`

τις είπε ποίηση

κι έθαβε τους τριγμούς της ουσίας του στους στίχους του
ευλαβικά
με σύστημα κι επιμονή
κι ας κραύγαζαν σιγανά σιγανά
σαν ανυπεράσπιστα γυμνά ποδάρια
που βουλιάζουν στην καυτή άμμο
και φλέγονται

δημοσιεύτηκε στο poema

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

ποτάμι

Ήτανε κάποτε ένα ποτάμι.
Πρωτόγνωρες οι δίνες που στις όχθες του ηχούσαν`
Θεοί ανασταίνονταν στην κοίτη του
κι αποσταμένοι στρατηλάτες στα νερά του λούζονταν.
Ταξίδευε αιώνες πίσω ακάματο, με πείσμα κοφτερό
σαν τη λεπίδα που αστράφτει στον ήλιο
πριν χωθεί στο σκληρό θηκάρι.

Έλεγε πως ζητά τη θάλασσα.

Κι όλο ταξίδευε
αλλάζοντας όψεις συνεχώς με μιαν αστείρευτη ορμή
που’ μοιαζε με θυμό
μα ήταν ζωή κι επιμονή και αγώνας και ελπίδα.

Κι όταν του μήνυσαν πως στέρεψαν οι θάλασσες
με βλέμμα επιτιμητικό το εγκαταλείψαν οι θεοί
και οι στρατηλάτες σιωπηλά στρέψαν τα νώτα.

Μα το ποτάμι συνέχισε μονάχο να κυλά.

Η μοίρα κάποιων ποταμιών τους επιτάσσει
να μην πτοούνται από το θεϊκό φευγιό
και να επιμένουν να κυλούν
τη θάλασσα μυστικά αναζητώντας
όσοι μαντατοφόροι κι αν στο διάβα τους περάσουν
για να τους πουν
πως θάλασσα ποτέ δε θα βρεθεί.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

βυθός

Σ’ αυτόν το βυθό δεν έχει σύρμα νοτισμένο
Να περπατήσεις μεθυσμένος από προσμονή
Δεν έχει νότο να σκορπίσει
Τη ρημαγμένη ψυχή σου
Στα τέσσερα στοιχειά τ’ ορίζοντα

Μονάχα μια μονότονη ψιχάλα
Κι ένα κουρασμένο κλαυσίγελο
Κρατημένο σφιχτά
Στη ματιά σου

Σ’ αυτόν το βυθό
Φτάνουν- στιγμές-ψιχάλες φως
Και τις γραπώνεις με νύχια κόκκινα απ’ την ένταση
Και τις γεύεσαι με πύρινη γλώσσα

Κι ένα κοχύλι αρμύρα
Ακουμπά στην πλάτη σου
Χαραγματιά απ’ αλάτι που σε σφάζει

Σ’ αυτόν το βυθό
Άκρη δεν έχει`
Μονάχα ανεστραμμένα είδωλα
Μονάχα στρόφιγγες από σκουριά μαγκωμένες
Κι εσύ παλεύεις
Έστω λίγο
Την πέτρινη υφή τους
Να κινήσεις
Με δάχτυλα - φωτιά.

βέβηλοι

Βγήκανε πάλι ανατόμοι με νυστέρια
Και σκύψαν βέβηλοι στης Ποίησης το σώμα
Να το σκυλέψουν

Βγήκανε πάλι τιμητές με τα τεφτέρια
Και σμίξαν άγριοι το βλέμμα σ’ ένα πτώμα
Να γνωματεύσουν

Κι ο ποιητής στέκει πιο πέρα
Κρατά στο χέρι την οργή του και την πένα
Κρατά στην όψη τη σιωπή και τον καημό

Και τραγουδά μονάχος

Θλιμμένος τροβαδούρος
Μονάχος Δον-Κιχώτης
Δίχως ούτε αυτούς τους ανεμόμυλους
Με τα κουρελιασμένα τους φτερά
Δίχως κοντάρι
Δίχως Σάντσο

Μονάχα μ’ ένα πικραμένο βλέμμα
Και τον Καβάφη να ουρλιάζει ρυθμικά
Την άθλια ειμαρμένη
Των ερινύων τα βήματα
Του Απόλλωνος την Απιστία.

για τον μοντεκρίστο

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

άγρια ακτή

Ήτανε κάποτε μι’ ακτή

σ’ άγριο χορό

ατίθασα κι ονειρικά δοσμένη.


Χόρευε αλλόκοτους ρυθμούς

χαραγμένους σε βότσαλα μαύρα και στιλπνά

με χορευτές φιδίσιους

που ξέραν χρόνους μαγικούς να τιθασεύουν

ν’ αγγίζουνε τα σύγνεφα μ’ ένα τους σάλτο.


Χρόνια στην πλάτη τους αυτοί μετρούσαν χίλια

και η μιλιά τους μάγευε τις μουσικές

κρυφά αγνάντευε στους ουρανούς μαντέμια ατόφια.


Κι όταν σωπαίναν

ο λυγμός

ανάρια δέηση

πάνω απ’ της γης τα ναρκωμένα καλντερίμια απλωνόταν

στάλαζε δρόσο της ζωής και πείρα αιώνων.


Κι όταν αρχίζαν το χορό ,

κραυγές που στάζαν ουρανό

παίρναν το δρόμο

και ταξιδεύαν

κει που σιωπούσαν μυστικά καλά κρυμμένα


Και τρίζαν οι αρμοί της γης

με προσμονή κι απαντοχή.


Μα σαν ακούσανε του κόσμου οι γνωστικοί

πως κάπου υπάρχει μια ακτή βαθιά κρυμμένη

που’ χει βαλθεί του κόσμου την αέναη αταραξία να χαλάσει

πιάσαν σφυριά γιγάντια , καλούπια από πέτρα

και ζύγωσαν την άγρια ατίθαση ερωμένη

να τη στριμώξουν σε στεριά, στεριά να γίνει.


Και φτάσαν κάποτε εκεί

που τα κιτάπια των σοφών τους οδηγούσαν

μα είδαν μονάχα έρημο χαοτική ν’ απλώνεται μπροστά τους

με γύπες που ζυγιάζονταν σε κόκκους άμμου

και τους κοιτούσαν πίσω από μάτια κόκκινα

γεμάτα οργή`


φαίνεται δεν τους άφησε η τόση τους σοφία

να καταλάβουν

η άγρια ερωμένη

ποτέ δε θα’ δειχνε τους σπάνιους χορευτές της

σ’ ανθρώπους άκαπνους

σ’ ανθρώπους που δεν τόλμησαν ποτέ

το πόδι τους ν’ απλώσουν

σε χορού τα βήματα.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

για πόσο ακόμη;

Με κάρφωσε η εμμονή με τ’ αμείλικτα νύχια της,
να φτιάξω λέξεις για τη φρίκη.
Μα η φρίκη στέκει πιο πάνω απ’ τη λέξη
Κι ο ποιητής στέκει γυμνός..



Μες στις παλινωδίες των καιρών
χάσκουν εντός μου κραταιές οι αντιστάσεις
γδέρνουν με νύχι’ ακονισμένα απ’ τη σιωπή
το σκληρό κέλυφος
της ηττημένης σκέψης μου.

Το σάπιο σώμα μου
κείται βουβό
κι από τα μάτια του στάζει η πίκρα
γι’ αυτά που αντίκρισαν
ακούσιοι μάρτυρες
καιρών απάτη ενδεδυμένων

Και το μετέωρο βλέμμα μου
εκκρεμές πόνου ανίδωτου

Και το βουβό μου κρώξιμο
ζυμάρι ατελές
σε χέρια τρύπια
απ’ το νίπτειν

Για πόσο ακόμη;

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

βραδιάζει

Όταν χρωματίζαν το μέτωπό σου οι κραυγές
το βάφαν ασημί
με κόκκους μαύρους αχνούς πολύ
τόσο που μοιάζαν στίγματα κενά
οι πεθυμιές σου
και λιώναν το δείλι οι ανάσες σου
ξεψυχισμένα
μα συ δεν το’ ξερες
δεν ήξερες τίποτα
πέρα απ’ τη σκόνη που αθόρυβα πολύ
σε στοίχειωνε μέρα τη μέρα

κι έμοιαζες κύμα που ναυάγησε σ’ ένα κομμάτι γης
κι ασθμαίνει τη στερνή του υγρή σταγόνα να φυλάξει
προτού το χώμα το ζυμώσει με τη σκονισμένη υφή του
στεγνή σαν τη μοίρα
στυγνή σαν ηχώ αμετάκλητη

σε σέρνει με μαλλιά λυτά κι αφρόντιστα λόγια
νήμα λεπτό πια σε κρατάει στη γη
οι κραυγές σ’ αγαπήσαν
κι είναι η μοίρα που σου πρέπει βαριά πολύ
κι εσύ μικρός σαν ένας κόκκος άμμου
μόνο που δεν το ξέρεις
δεν ξέρεις τίποτα

αχ να γινόταν να σιωπήσουν τα πουλιά
που μες στα δυο σου μάτια θλιμμένα τρυπούν
τη σιωπή μου με το άγριο ουρλιαχτό τους
να γείρω πάνω σου και ν’ αποκοιμηθώ
σαν ένα μωρό που δεν έχει παρελθόν
και το παρόν του είναι ανάλαφρο πολύ
σαν το χνούδι ενός κύκνου
που αφέθηκε στο ρέμα λίμνης
ατάραχης

βραδιάζει
μικρή μου θλιμμένη αγάπη
βραδιάζει ..

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

βροτός

βροτός(άνθρωπος)-μόρος(θάνατος)-μοίρα: τρεις λέξεις ομόρριζες στη σοφή γλώσσα των αρχαίων Ελλήνων..μοίρα του ανθρώπου ο θάνατος


Σκιρτά ο κόσμος
Η αναπνοή του συριγμός ανάλαφρος
Γέλιο παιδιού
Μουσική από βότσαλα μύρια
που σε γιγάντια χούφτα στριμωχτήκαν.

Ποιος τα δονεί;
Ποια μουσική ρυθμό τους δίνει;

Κανείς δε στάθηκε ακόμη
τόσο αδήριτα σοφός
για να το πει.
Κι ίσως καλύτερα έτσι.

Ο βροτός βροτός γεννήθηκε.
Μοίρα τον μοίρανε βαριά
όλο να φεύγει.
Κι αν ίσως κάποτε μια βαρυγκώμια τον ταράσσει
είναι που μόνο αυτός
έχει τη Γνώση,
βαρίδι που τον σέρνει αδιάκοπα στη γη.

Πόσες σταγόνες λευτεριάς χωρούν
σ’ ένα στήθος χωμάτινο;

Να με ρωτάς
Κι εγώ να ρίχνω τη ματιά στο χώμα.

Κι ύστερα αντάμωσα το βλέμμα σου
να καίει
με λάμψη απόκοσμη κι ονειρική

κι είδα το στήθος το χωμάτινο
ποτάμι ορμητικό να κλείνει στα έγκατά του
και τα αιώνια ρωτήματα
θύελλα
να ταράσσουν τα νερά του
κοχλάζοντα
κραυγές ν' αναπέμπουν
είδα τη μοίρα
μ' ουρλιαχτά
τη φύση της ν'αφήνει

και μένει πια
μονάχα ο νους
και η ψυχή
και αυτή η κραυγή

κι η Γνώση
σπάει σε σταγόνες χίλιες
υγρό μυριάκριβο
που όλο σταλάζει στην ψυχή
αυτού που είπαν θνητό
και άοπλο
και μόνο.

Πόσες σταγόνες λευτεριάς
ένα στήθος χωμάτινο μπορεί ν'αντέξει;

Όσες και οι κραυγές
Που ηχούν στα πέρατα του κόσμου
Αιώνες τώρα.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

κρατήσου μάτια μου

Κρατούσε λες στη χούφτα της ολάνθιστο καρπό
την απαντοχή και τη συμπόνια.
Ήταν τα μάτια της ορθάνοιχτα
σαν δυο μονάχες πυρωμένες ανθοδέσμες
που όμως ποτέ δεν άνθισαν.
Κι απόμεινε με δυο φρυγμένα χείλη
πεισματικά κλειστά
λέξη καμιά να μην αφήσουν να χαθεί
στον οχετό που την κύκλωνε.

Το’ νιωθε αυτό σαν μια μορφή ελευθερίας.
Μα ήταν στιγμές που και γι’ αυτό
φριχτά αμφέβαλλε

όταν ο ουρανός της έχασκε ορθάνοιχτος
τ' αστέρια απειλητικά απομεινάρια άλλων εποχών
και η βροχή λυτρωτική αναπνοή
αργούσε ολοένα`

κι έστεκε μοναχή

ο καρπός εκεί στη χούφτα της να σήπεται
κι ο κόσμος γύρω της να της φαντάζει τόσο ξένος
τόσο μόνος κι ανυπεράσπιστος
τόσο γελοίος
σ’ έναν μικρόκοσμο αηδίας
να περιστρέφεται ολοένα
και να ρωτάει τον ουρανό :

“είναι η όψη μου που χάνεται;
είναι η σιωπή μου που ηχεί εκκωφαντικά;
είν’ η σιωπή των άλλων;”

Μα ποιοι είν’ οι άλλοι;
Κι ο ουρανός που γύρω τους παγώνει;
Ποιοι τη βουβή ικεσία να νιώσουν;
Δική τους είναι.
Στα ματωμένα τσίνορα της γης ξαποσταίνει
Και στους κροτάφους που μέσα τους χύνεται ατόφιο υλικό
η κραυγή σου
Δική σου είναι
Και η κραυγή και ο πόνος και η οργή
Κι ο καρπός στη χούφτα δε σαπίζει
Αν έστω κι ένας τον πιστεύει
Αν έστω κι ένας τον αγγίζει.

Κρατήσου μάτια μου .

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

μόνος

ένα γαρίφαλο λιωμένο στη ματιά
μοναχικά δυο κίτρα στριμωγμένα στην αγκάλη
δεν πρόκαμες να τα μυρίσεις κι είχες φύγει
κι ο χρόνος σου μηδενικός
κι ο χρόνος σου αιώνιος

«ψάχνω το χρόνο αυτόν», φωνάζεις
«που στη μικρή κρυφή κραυγή μου
θα στρώσει φύλλα δροσερά
να απαγκιάσει»

κι όλοι κοιτάζαν το γαρίφαλο
λιωμένο στα δυο μάτια σου
και την πορφύρα που έβαψε την όψη σου
κείνο το δειλινό που σου μιλήσαν οι κραυγές
θαρρείς πως με καθάρια βήματα ζύγωνε
όλο και πιο κοντά στο κέντρο

η ύπαρξή σου ένα κύμα που χτυπά
σε νοητά –λες- βράχια`
η αρμύρα του τα ζώνει
ψίθυροι
αλαλαγμοί
τριγμοί μιας μοίρας άγονης και μόνης
και γίνανε τα βράχια απροσπέλαστα βουνά
στα σύνορα του νου σου
κάποιος τα τρύπησε μ' αγκάθι οδυνηρό
και τ’ άφησε εκεί
κεντρί και πόνος
πόνος και κεντρί
ζυγώνει με καθάρια βήματα
όλο και πιο κοντά στο κέντρο

κι εσύ κλείνεσαι μέσα σου
θαρρείς το κέντρο να ζυγιάσεις
τα χέρια σου δυο στάχυα
σ΄ άνεμο βουβό ολότελα αφημένα
δεν τα κοιτάς
μια κούραση -άμμος πηχτή
έχει καλύψει τη φωνή σου

όλο και πιο κοντά στο κέντρο
να στροβιλίζεσαι σ’ ένα μοναχικό χορό`

πού να ψάχνεις για ταίρι τώρα πια
η ώρα πέρασε
τα βήματα δύσκολα
κι εσύ με την κούραση να σου σφίγγει την όψη

να στροβιλίζεσαι σ’ έναν της μοναξιάς χορό
στο κέντρο ολοένα πιο κοντά

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

χέρια από φίλντισι

Είμαι μια σβούρα κλεισμένη σε δυο χέρια από φίλντισι.
Τα χρώματά μου διαχέονται
τρυπούν τις φλέβες του χεριού
τις βάφουν χρώμα εξίτηλο,
βαμμένο απ’ την πίκρα της φθοράς
του ανεπίδοτου το στίγμα
αυτό που χρόνια τώρα αφήνει πίσω του
σημάδια θαλερά.

Το πιο ακριβό χρώμα εκεί
σφηνωμένο στου νου την άραχλη χώρα
γελά , κραυγάζει νότες ανοίκειες
σου μιλά μια πανάρχαιη γλώσσα
βαμμένη από την πείρα των καιρών.

Το φίλντισι πήρε το χρώμα της μνήμης.
Τα χέρια ανοίξαν κι αποβάλαν τη λευκή τους όψη.
Τώρα μοιάζουν χωμάτινα.
Μυρίζουν χώμα νοτισμένο απ’ τη βροχή.
Και η σβούρα μοιάζει να’ χει πάρει
κάτι από τη στρογγυλάδα της σιωπής
που’ ναι μεστή από φρόνηση.
Τα χρώματά της όλα συγχωνευτήκαν
σ΄ ένα γαλάζιο φωτεινά καθάριο.

Αν την αφήσεις ,
θα κυλήσει έτσι γαλήνια
ως τα μύχια της ψυχής μου.

Να τη βάψει κι αυτήν με χρώμα εξίτηλο.
Όπως εξίτηλη είναι η φύτρα των ανθρώπων
και οι πεθυμιές τους κι οι ελπίδες τους

Όπως εξίτηλα απομένουν και τούτα τα σκαλίσματα
αποκυήματα μιας ιδιοτροπίας αθεράπευτης
που με σέρνει αιχμάλωτη στο άρμα της
πάνω σ’ ένα αέρινο κατάρτι
μυστικά συντροφευμένο απ’ τη φωτιά.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

ανθρώπων έργα

το κύμα χτυπάει την αλυκή δίχως οίκτο
δίχως να συλλογιέται καν πως χάνει κάτι απ΄ την ουσία του
και γυρίζοντας πίσω δε θα’ ναι ποτέ πια ίδιο

στιγμή αξεδιάλυτα δεμένη με την απουσία`

κι ένα σφυρί ο χρόνος
σε αμόνι από σύγνεφο
σμιλεύει το αύριο

το σήμερα ποιος το’ πλασε
και του’ δωσε τη γεύση τη γλυφή
όσο κι αν πιεις να μη χορταίνεις
-μόνιμη η δίψα μέσα σου-
ποιος το σμιλεύει μέσα μας αυτό το αχόρταγο καμίνι
που σαν θεριό βρυχάται
πύρινες γλώσσες χαλκεύουν τα τείχη του
ουρανοί δίχως πέρας σημαδεύουν τη δίνη του

σβήνουνε μέσα μου σωρός τ’ αγέννητα ρωτήματα
και ο αέρας μοιάζει να’ χει κάτι από τη θλίψη.

ξανά θα χαράξω σιωπές στο χαρτί`

μα δε γελιέμαι
το καμίνι δεν κοπάζει με τις λέξεις
κι όσες φορές κι αν ψάξω κι αν ρωτήσω
πάλι η απάντηση θα χάσκει μοναχή`

κανείς ποτέ δε βρήκε τι
στα μάτια του ανθρώπου κρυφοκαίει
ίσως μονάχα ο πόθος του
ν’ αγγίξει τη ζωή
πριν να τον πάρει η λησμονιά
προτού ο χρόνος τον αρπάξει στις δαγκάνες του
και τον συνθλίψει
και μείνει η γεύση του άπιαστου και πάλι

μια μικρή αδύναμη ύπαρξη στην ανάστροφη δίνη
που ο χρόνος σιωπηλά κυβερνά`
εκεί που η φυγή μοιάζει ξανά λιποταξία
και η λήθη υποταγή.

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

οι κυνηγοί του ανέφικτου

Tα μάτια του τα ρούφαγε το φως του δειλινού
τα στριφογύρναγε σ’ ατέλειωτες φιγούρες
νοερά τα ζωγράφιζε στις τέσσερις όψεις του ορίζοντα.

ο λόγος του
στοιχειό της φύσης
λιγυρός μαστίγωνε
το ατέλειωτο της γης μουρμουρητό`

και μια σιωπή αβάσταχτης οδύνης
είχε στοιχειώσει τα έλη τ’ ουρανού
και τα πετούμενα όλα στέκαν αμίλητα
κι αφουγκραζόντουσαν τον ψίθυρο.
Ήταν που η φωνή του,
όσο κι αν μέσα του θεριεύοντας
δονούσε απίστευτης οδύνης τις χορδές,
ψίθυρος
έβγαινε από μέσα του
ταπεινός, ανάερος, συγκρατημένος.

κι έλεγε πως κουράστηκε να κουβαλά
τον πόνο των ανθρώπων
πικρά να αγναντεύει τη φυγή τους
να σφίγγει μες στη χούφτα του την πίκρα
της γης ολάκερης
πυρακτωμένος απ’ τη σιωπή
μισών ανθρώπων`
έλεγε πως πια απόμεινε μονάχος
να δονείται με ασταμάτητη ενοχή
για όσα γύρω του μαραίνονται και λιώνουν`
μάταιη η αγωνία του, άγονη η πληγή του..
κανέναν πια δε συγκινούσε`

κι ύστερα σώπασε
και πήρε πικραμένος το δρόμο της φυγής`
έτσι κι αλλιώς απάντηση δεν πρόσμενε`
το’ νιωθε πως η αγωνία ήταν ραμμένη στο πετσί του`
έτσι εύκολα δε θα μπορούσε ν’ απεκδυθεί την εμμονή της.

Είναι που κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται
μ’ ένα ερωτηματικό αγιάτρευτο στη θέση της σιωπής
και μιαν ατέρμονη αγωνία σφηνωμένη στο ακρόχειλο.
Μιαν αγωνία που την είπαν κατάρα, ευλογία, πικρό ριζικό
γι’ αυτούς που χρίστηκαν μονάχοι τους
οι κυνηγοί του ανέφικτου
του μάταιου οι εραστές..